Το να ασχοληθεί κανείς με το θέμα της διαμάχης της Ελλάδας με τα Σκόπια θα μπορούσε να είναι παράτολμο. Θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα θέμα που ανεβοκατεβάζει φήμες και καριέρες. Είναι ένα θέμα που ανεβοκατεβάζει κυβερνήσεις σε κάποιο βαθμό και που προσφέρεται για προπαγάνδα από όλες τις πλευρές. Ο Έλληνας όπως και ο Σκοπιανός είναι γεγονός ότι δεν έχει καθαρό μυαλό. Δεν αντέχει την ιστορική αλήθεια, δεν αντέχει την ψύχραιμη άποψη και δεν αντέχει καν να ακούει η να διαβάζει τα ιστορικά γεγονότα.

Όμως κάποια πράγματα έχουν συμβεί μέσα σε αυτά τα περίπου σύγχρονα 200 χρόνια που τα Βαλκάνια βράζουν σαν ενεργό ηφαίστειο που κατά καιρούς εκρύγνηται και όλοι τρέχουν να σώσουν ότι σώζεται αλλά και ότι δεν σώζεται! Ναι τόσα είναι! Το πρόβλημα δεν είναι στην πρώτη του νεότητα – 20 και κάτι χρόνια- είναι στα βαθιά του γεράματα! Τόσο βαθιά που πλέον παγιώθηκε στην συνείδηση όλων και οι γενιές που ακολούθησαν από το 1821 και μετά μεγάλωσαν και γαλουχήθηκαν με αυτό! Αλλά καλό είναι να ανατρέξουμε και ακόμα πιο πίσω για να βρούμε την πηγή του προβλήματος.

Το κείμενο που ακολουθεί απαιτεί ψυχραιμία και καθαρή σκέψη, αλλιώς μην μπείτε καν στον κόπο να το διαβάσετε! Ο όρος Μακεδονία και Μακεδόνες προϋπήρξε της δικής Μακεδονίας και αναφέρεται σε μια γεωγραφική περιοχή που μοιράστηκε σε πολλά κράτη. Ανάμεσα σε αυτά και τα Σκόπια! Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή

Το αρχαίο Βασίλειο της Μακεδόνιας

Η Μακεδονία ήταν αρχαίο ελληνικό βασίλειο στο βορειότερο σύνορο της Αρχαίας Ελλάδας και αργότερα το κυρίαρχο κράτος της ελληνιστικής Ελλάδας. Κυβερνήθηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος της ύπαρξής του από τη Δυναστεία των Αργεαδών, με διαλείμματα από τη Δυναστεία των Αντιπατριδών και τελικά από εκείνη των Αντιγονιδών. Πατρίδα των Μακεδόνων, το αρχαιότερο βασίλειο είχε το κέντρο του στο βορειοανατολικό τμήμα της ελληνικής χερσονήσου και συνόρευε στα δυτικά με το βασίλειο της Ηπείρου, στα βόρεια με την Παιονία, στα ανατολικά με την περιοχή της Θράκης και στα νότια με τη Θεσσαλία.

Η άνοδος της Μακεδονίας, από ένα μικρό βασίλειο στο περιθώριο των υποθέσεων των τυπικών ελληνικών πόλεων-κρατών σε ένα που κατέληξε να εξουσιάζει την τύχη ολόκληρου του Ελληνιστικού κόσμου, συνέβη επί της βασιλείας του Φιλίππου Β΄. Με τον καινοτόμο μακεδονικό στρατό, νίκησε τις παλιές δυνάμεις της Αθήνας και της Θήβας στην αποφασιστική Μάχη της Χαιρώνειας (338 π.Χ.) και τις υπέταξε ενώ διατηρούσε υπό έλεγχο τη Σπάρτη. Ο γιος του, Αλέξανδρος ο Μέγας συνέχισε την προσπάθεια του πατέρα του να διοικήσει όλη την Ελλάδα μέσω της ομοσπονδίας των ελληνικών κρατών, κατόρθωμα που τελικά επιτεύχθηκε μετά την καταστροφή της επαναστατημένης Θήβας. Ο νεαρός Αλέξανδρος ήταν τότε έτοιμος να ηγηθεί αυτής της δύναμης, όπως ο ίδιος φιλοδοξούσε, σε μια μεγάλη εκστρατεία κατά της Αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών, σε αντίποινα για την εισβολή της στην Ελλάδα τον 5ο αιώνα π.Χ.

Στους πολέμους του Μεγάλου Αλεξάνδρου που ακολούθησαν, κατάφερε τελικά να κατακτήσει έκταση που εκτεινόταν μέχρι τον Ινδό Ποταμό. Για μια σύντομη περίοδο η Μακεδονική Αυτοκρατορία του ήταν η ισχυρότερη στον δυτικό κόσμο, το καθοριστικότερο ελληνιστικό κράτος, εγκαινιάζοντας τη μετάβαση στη νέα αυτή περίοδο του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Στις νεοκατακτημένες χώρες άνθησαν οι ελληνικές τέχνες και τα γράμματα και στον αρχαίο κόσμο διαδόθηκαν οι πρόοδοι στη φιλοσοφία και στην επιστήμη. Σημαντικότερη ήταν η συνεισφορά του Αριστοτέλη, δάσκαλου του Αλεξάνδρου, του οποίου οι διδασκαλίες επιβίωσαν πολλούς αιώνες μετά το θάνατό του.

Μετά το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου το 323 π.Χ., τους πολέμους των Διαδόχων που ακολούθησαν και το διαμελισμό της βραχύβιας αυτοκρατορίας του, η κυρίως Μακεδονία συνέχισε ως ελληνικό πολιτισμικό και πολιτικό κέντρο στην περιοχή της Μεσογείου, μαζί με την Αίγυπτο των Πτολεμαίων, την Αυτοκρατορία των Σελευκιδών και του βασιλείου των Ατταλιδών. Σημαντικές πόλεις, όπως η Πέλλα, η Πύδνα και η Αμφίπολη ενεπλάκησαν σε ανταγωνισμούς για τον έλεγχο της περιοχής και νέες πόλεις ιδρύθηκαν, όπως η Θεσσαλονίκη από τον σφετεριστή Κάσσανδρο. Η μείωση της μακεδονικής επιρροής άρχισε με την άνοδο της Ρώμης, μέχρι την τελική της υποταγή κατά τον Β΄ Μακεδονικό Πόλεμο.

Από τον 5ο π.Χ. αιώνα και εξής, ξεκίνησε η ολοένα αυξανόμενη ανάμιξη των Μακεδόνων βασιλέων στις υποθέσεις των ελληνικών πόλεων. Ο Φίλιππος Β΄ (βασ. 359-336 π.Χ.) υπέταξε τις ελληνικές πόλεις, ενώ ο γιος του, Αλέξανδρος Γ΄ (βασ. 336-323 π.Χ.) εκστράτευσε εναντίον της Περσικής Αυτοκρατορίας και την κατέκτησε, εγκαινιάζοντας τον ελληνιστικό πολιτισμό. Μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου το 323 π.Χ., η αυτοκρατορία του διαμοιράστηκε ανάμεσα στους διαδόχους του, αλλά η Μακεδονία συνέχισε να είναι ανεξάρτητο βασίλειο που ασκούσε σημαντική επιρροή στον ελληνιστικό κόσμο. Ήρθε σε σύγκρουση με την ανερχόμενη δύναμη της Ρώμης και ηττήθηκε με αποτέλεσμα το 168 π.Χ. να καταλυθεί το μακεδονικό βασίλειο και να διαμελιστεί σε τέσσερεις «μερίδες». Το 146 π.Χ. η Μακεδονία έγινε ρωμαϊκή επαρχία.

Και εγένετω Μακεδονία

Ο όρος Μακεδονία προέρχεται από το «Μακεδόνες» ή «Μακεδνοί». Όπως και το «Μάγνητες», οι λέξεις αυτές περιέχουν το θέμα «μακ» το οποίο σημαίνει μέγεθος και απαντάται και στα ουσιαστικά «μήκος» – «μάκος» και «μάκρος» της αρχαίας και νέας ελληνικής.

Ο Όμηρος, φαίνεται να αγνοεί τα ονόματα Μακεδονία και Μακεδόνες. Γι΄ αυτόν οι πολεμιστές από τη χώρα που αρδεύει ο Αξιός είναι οι Παίονες και χώρα τους η Παιονία (Ιλιάδα Β’ 848, Π’ 287 και Φ’ 152). Ο Ηρόδοτος ονομάζει Μακεδονία την πέρα της Πρασιάδας λίμνης και του Δυσώρου όρους χώρα (Ε 18) που ορίζεται προς Ν. από τον Πηνειό και τον Όλυμπο (Ζ’ 173), άλλως «Μακεδονίς» (Ζ 127). Οι κάτοικοι αυτής, Μακεδόνες (Ε 18) ή Μακεδνόν έθνος (Α 56, Η 43) ήταν, κατά τον Ηρόδοτο, ελληνικό φύλο και μάλιστα δωρικό γένος που κατοικούσε πρώτα στη Φθιώτιδα επί Δευκαλίωνα, παρά την Όσσα και τον Όλυμπο επί Δώρου και που τελικά εκδιώχθηκε από τους Καδμείους και κατέφυγε στην Πίνδο (Α 56).

Στην ελληνική μυθολογία υπάρχουν τρεις παραδόσεις για το όνομα της Μακεδονίας:

  1. Aπό τον γενάρχη Μακεδόνα, τον γιο του Αιόλου (Ελιαν. απόσπ. 46).
  2. Από τον Μακεδόνα τον γιο του Λυκάονα (βασιλέα της Ημαθίας), πατέρα της Πίνδου
  3. Το όνομα οφείλεται στον Μακεδόνα τον γιο του Δία και της Θυίας, κόρης του Δευκαλίωνα που απέκτησε τα τέκνα Άμαθον και Πίερον από το όνομα του οποίου ονομάστηκαν τα Πιέρια όρη (Ησιόδου απόσπ. XXVI).

Πάντα προβλήματα στην οριοθέτηση

Αξιοσημείωτη τυγχάνει, για οποιονδήποτε ερευνητή, η δυσκολία που φαίνεται πως αντιμετώπιζαν από την αρχαία ακόμη εποχή οι τότε αρχαίοι συγγραφείς, ώστε να αποδώσουν ορθά τα γεωγραφικά όρια αυτού του βασιλείου, που από τα κείμενά τους δείχνουν πως ή δεν τα γνώριζαν (αμφίβολο) ή δεν προλάβαιναν (τις αλλαγές) ή και να συνέχεαν τα γεωγραφικά όρια με εκείνα τα πολιτικά (μετά από πολεμικές επιχειρήσεις).

Ο Ηρόδοτος θεωρούσε το βόρειο όριο μεταξύ της Μακεδονίδος και της Βοττιαίας την συνένωση των ποταμών Λουδία και Αλιάκμονα: (7.127) «…μέχρι Λυδίεώ τε ποταμού και Αλιάκμονος, οι ουρίζουσι γην την Βοττιαιίδα τε και Μακεδονίδα, ες τωυτό ρέεθρον ύδωρ συμμίσγοντες.» Από την περιγραφή του Ηροδότου πρέπει να υποθέσουμε ότι στα χρόνια του ο Αλιάκμονας προχωρούσε βορειότερα μέχρι το Λουδία και ενωμένοι οι δύο ποταμοί χύναν τα νερά τους στο Θερμαϊκό. Έτσι η «Μακεδονίς γη»του Ηροδότου περιλαμβάνει τους σημερινούς νομούς Πιερίας και Ημαθίας. Ο Θουκυδίδης, που ζούσε πριν τη κατάληψη της Οδομαντικής και της Ηδωνίδας από τον Φίλιππο, θεωρούσε ανατολικό όριο τον Στρυμώνα ποταμό.

Επί Περδίκκα Α΄, το μακεδονικό βασίλειο της Ημαθίας αποτελούνταν από έξι επαρχίες: Ημαθία, Πιερία, Βοττιαία, Μυγδονία, Εορδαία και Αλμωπία. Επί Αλεξάνδρου Α΄ έλαβαν χώρα οι ανατολικές προσαρτήσεις των εξής περιοχών: Κρηστωνία, Βισαλτία, Ελιμία ή Ελιμιώτις, Ορεστίδα (Ορεστίς) και η Λυγκηστίδα (Λυγκηστίς ή Λύγκος). Επί Φιλίππου προστέθηκαν στα βόρεια και τα ανατολικά οι εξής επαρχίες: (βόρειες) Πελαγονία, Παιονία, (ανατολικές) Σιντική, Οδομαντική Ηδωνίδα (Ηδωνίς) και (νότια μία) Χαλκιδική.

Προϊστορική περίοδος

Σύμφωνα με την αρχαία ελληνική μυθολογία, Μακεδών, ήταν το όνομα του αρχηγού της φυλής που πρωτοεγκαταστάθηκε στη δυτική, νότια και κεντρική Μακεδονία και ίδρυσε το αρχαίο μακεδονικό βασίλειο. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ηρόδοτου το μακεδονικό έθνος ήταν ελληνικό φύλο και μάλιστα δωρικό, που μετακινούμενο από τη Εστιαιώτιδα της Θεσσαλίας (αρχικά) κατοίκησε στις παρυφές της Πίνδου. Ο Μακεδών, γενάρχης του βασιλικού οίκου της Μακεδονίας ανήκε στη φυλή των Δωριέων και ήταν Αργείος Ηρακλείδης στη καταγωγή.

Από τον Περδίκκα Α΄ μέχρι τον Φίλιππο Β΄

Η ιστορία των Μακεδόνων φαίνεται να αρχίζει γύρω στο 700 π.Χ., στην περιοχή της Ορεστίδας, την οποία μοιράζονταν με ένα ελληνικό φύλο, τους Ορέστες. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο και τον Θουκυδίδη, η πρώτη μακεδονική βασιλική δυναστεία ήταν αυτή των Αργεαδών ή Τημενιδών, με ιδρυτή της τον Περδίκκα Α΄ (πρώτο μισό του 7ου αι. π.Χ.). Σε μεταγενέστερη εποχή (4ος αι. π.Χ.) αναφέρονται και βασιλείς αρχαιότεροι από τον Περδίκκα με τα ονόματα Κάρανος, Κοίνος, Τυρίμμας, αλλά αρκετοί νεότεροι ιστορικοί πιθανολογούν ως πλαστή την πληροφορία αυτή. Κατά τη βασιλεία του Περδίκκα οι Μακεδόνες άρχισαν να επεκτείνονται προς τα ανατολικά, καταλαμβάνοντας κατά σειρά την Εορδαία, Βοττιαία, Πιερία, Αλμωπία. Την ίδια εποχή ή επί του διαδόχου του κτίστηκαν οι Αιγαί (σύγχρονη Βεργίνα), ως νέα πρωτεύουσα του βασιλείου.

Τον Περδίκκα Α΄ διαδέχτηκε ο γιος του Αργαίος (652-621 π.Χ.) ο οποίος νίκησε το ιλλυρικό φύλο των Ταυλαντίων που εισέβαλε στη Μακεδονία. Οι διάδοχοί του Φίλιππος Α’ (621-588 π.Χ.) και Αεροπός (588-568 π.Χ.) απέκρουσαν επανειλημμένες επιδρομές Ιλλυριών. Μετά τον Αεροπό, βασίλευσαν οι Αλκέτας Α’ (568-540 π.Χ.) και Αμύντας Α’ (540-498 π.Χ.), οι οποίοι κατέλαβαν τμήματα της Μυγδονίας (η περιοχή των λιμνών Κορώνεια και Βόλβη) και τον Ανθεμούντα, στα όρια της Χαλκιδικής.

Όμως, η σημαντικότερη επέκταση του μακεδονικού βασιλείου έγινε κατά τις πρώτες δεκαετίες του 5ου αι. π.Χ., επί της βασιλείας του Αλεξάνδρου Α’ (498-454 π.Χ.). Ο Αλέξανδρος Α’ ήταν μια πολύ σημαντική προσωπικότητα με ιδιαίτερες πολιτικές, διπλωματικές και στρατιωτικές ικανότητες. Χειρίστηκε επιδέξια την εξωτερική πολιτική κατά την περίοδο της υποτέλειας της χώρας του στους Πέρσες (η οποία είχε ήδη επιβληθεί κατά τη βασιλεία του πατέρα του Αμύντα) και της εισβολής τους στην Ελλάδα. Μετά τη λήξη της περσικής εισβολής, βρήκε την ευκαιρία να επεκτείνει το βασίλειό του απωθώντας τους Παίονες από την κάτω κοιλάδα του Αξιού και επιβάλλοντας υποτέλεια στους ηγεμόνες των τεσσάρων γειτονικών λαών (Ορέστες, Λυγκηστές, Πελαγόνες, Ελιμιώτες). Στη συνέχεια, κατέστησε υποτελείς τους Βισάλτες και τους Κρηστωνούς (θρακικά φύλα δυτικά του ποταμού Στρυμόνα) και έθεσε υπό την εκμετάλλευσή του ορισμένα μεταλλεία αργύρου της περιοχής. Αναφέρεται ως ο πρώτος Μακεδόνας βασιλιάς που έκοψε νόμισμα.

Με τον διάδοχο του Αλεξάνδρου, Περδίκκα Β΄ (454-413 π.Χ.), αρχίζουν τα προβλήματα με τις επεκτατικές διαθέσεις της Αθήνας, η οποία εκμεταλλεύτηκε τη διαμάχη του μακεδόνα βασιλιά με τα αδέλφια του Αλκέτα και Φίλιππο. Ήταν χαρακτηριστική, όμως, η αδυναμία του μακεδονικού βασιλείου μπροστά στην πανίσχυρη Αθηναϊκή συμμαχία, γι αυτό και ο πανούργος Περδίκκας συνήθως απέφευγε να κάνει φανερές τις αντιαθηναϊκές ενέργειές του. Τελικά οι συνεχείς προστριβές με τους Αθηναίους οδήγησαν τους τελευταίους σε πόλεμο εναντίον του, ο οποίος έληξε με συνθήκη, το 413 π.Χ.. Γενικά, η βασιλεία του Περδίκκα χαρακτηριζόταν από μεγάλες εσωτερικές και εξωτερικές δυσκολίες τις οποίες όμως κατάφερε να αντεπεξέλθει με μεγάλη επιδεξιότητα.

Εξ αιτίας των αυξανόμενων δυσκολιών των Αθηναίων, προς το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, οι σχέσεις τους με το μακεδονικό βασίλειο έγιναν φιλικές. Έτσι, ο διάδοχος του Περδίκκα Αρχέλαος Α’ (413-399 π.Χ.) έμεινε απερίσπαστος στην αναδιοργάνωση του βασιλείου του ενώ η ισχύς που απέκτησε ήταν αρκετή για να του επιτρέψει μια αιματηρή επέμβαση στα εσωτερικά της Θεσσαλίας. Στον τομέα της οργάνωσης, προχώρησε σε διοικητική διαίρεση της Κάτω Μακεδονίας (η οποία ήταν πιο ανεπτυγμένη) σε περιφέρειες πόλεων και στρατιωτική αναδιοργάνωση. Επίσης πιθανολογείται ότι ήταν αυτός ο οποίος μετέφερε την πρωτεύουσα από τις Αιγές στην Πέλλα η οποία ήταν, τότε, πολύ κοντά στη θάλασσα. Φιλοξένησε στην αυλή του διάσημους καλλιτέχνες μεταξύ των οποίων ο Ευριπίδης (ο οποίος έμεινε εκεί μέχρι το θάνατό του) και σοφούς (λέγεται πως είχε καλέσει και τον Σωκράτη), των οποίων τη συναναστροφή εκτιμούσε.

Επί βασιλιά Περδίκκα Γ’ (365-359 π.Χ.), το μακεδονικό βασίλειο συνέχισε την προσπάθεια για διοικητική αναδιοργάνωση και μείωση της απόστασης που το χώριζε πολιτιστικά από τη Νότια Ελλάδα. Όμως, σε μια εκστρατεία εναντίον μιας ακόμη εισβολής των Ιλλυριών σε μακεδονικό έδαφος, ο Περδίκκας έπεσε στο πεδίο της μάχης, μαζί με 4.000 άνδρες του. Η ιλλυρική εισβολή συνεχίστηκε, οι Παίονες εισέβαλλαν κι αυτοί αποσπώντας εδάφη, λάφυρα και αιχμαλώτους και η χώρα βυθίστηκε στην αναρχία με διαμάχες μεταξύ των μελών της βασιλικής οικογένειας.

Μέσα από αυτή την εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση ξεπρόβαλε η ηγετική φυσιογνωμία του Φιλίππου Β΄ (359-336 π.Χ.) ο οποίος, αφού πρώτα απαλλάχτηκε από τους αντιζήλους του, στράφηκε διαδοχικά εναντίον των εισβολέων Παιόνων και Ιλλυριών και τους κατανίκησε. Σημαντικότατο είναι το οργανωτικό του έργο καθώς πριν τον Φίλιππο η Μακεδονία ήταν μια καθυστερημένη αγροτική χώρα με χαλαρούς πολιτικούς θεσμούς. Ο Φίλιππος έκανε πιο συγκεντρωτικό το κράτος του και κατάργησε την μέχρι τότε αυτονομία των Ορεστών, Λυγκηστών και Τυμφαίων. Με μεθοδικότητα, έθεσε υπό τον έλεγχό του τη Θεσσαλία και τη Δελφική Αμφικτυονία και στράφηκε εναντίον των Αθηναίων και των συμμάχων τους οι οποίοι ήταν εμπόδιο στα σχέδιά του για κυριαρχία σε ένα ενοποιημένο ελληνικό χώρο. Μετά τη νίκη του επί του αντιμακεδονικού σχηματισμού στη Χαιρώνεια (338 π.Χ.), ένωσε υπό την ηγεμονία του τις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις-κράτη και δημιούργησε μία πανελλήνια συμμαχία (Συνέδριο της Κορίνθου) της οποίας είχε τον έλεγχο.

Μέγας Αλέξανδρος και ελληνιστική εποχή 

Ο γιος του Φιλίππου Αλέξανδρος, αποκαλούμενος ως «Μέγας», συνέχισε το έργο του πατέρα του. Ολοκλήρωσε την ενοποίηση των ανεξάρτητων ελληνικών πόλεων-κρατών της εποχής και, λίγα χρόνια αργότερα και μέχρι τον πρώιμο θάνατό του το 323 π.Χ., κατέκτησε την Περσική αυτοκρατορία και μεγάλο μέρος του τότε γνωστού κόσμου.

Το βασίλειο της Μακεδονίας σύντομα έχασε τον έλεγχο των αχανών ασιατικών εκτάσεων, αλλά διατήρησε την κυριαρχία του στην Ελλάδα έως ότου καταλύθηκε από τους Ρωμαίους μετά τους Μακεδονικούς Πολέμους (215 – 148 π.Χ.).

Η κατάλυση από τους Ρωμαίους

Πρώτο ελληνιστικό βασίλειο που καταλύθηκε ήταν το μακεδονικό βασίλειο ή βασίλειο των Αντιγονιδών. Η Ρώμη κήρυξε τον πόλεμο στο μακεδονικό βασίλειο κατά τον Δεύτερο Μακεδονικό Πόλεμο (200-197). Ο λόγος της επιλογής αυτής της χρονικής περίστασης για την έναρξη του πολέμου ήταν ότι τότε οι Ρωμαίοι αποφάσισαν την επέκταση της πολιτικής τους ηγεμονίας, λόγω του ότι το 202 π.Χ. μετά τη μάχη στη Ζάμα, που σηματοδότησε τη λήξη του Δεύτερου Καρχηδονιακού Πολέμου, μπορούσαν πλέον να χρησιμοποιήσουν το στρατό που απασχολούνταν έως τότε εκεί. Η αφορμή δόθηκε το 203-202 π.Χ., όταν ο Φίλιππος Ε’, βασιλιάς της Μακεδονίας, και ο Αντίοχος Γ’, βασιλιάς του βασιλείου των Σελευκιδών, έκαναν μεταξύ τους συμφωνία για την κατάλυση και τη διαίρεση του πτολεμαϊκού βασιλείου, στο θρόνο του οποίου βρισκόταν ο, επιτροπευόμενος, λόγω του μικρού της ηλικίας του, Πτολεμαίος Στ’ Φιλομήτωρ. Η πολιτική της Ρώμης, όμως, αποσκοπούσε στη διατήρηση της ισορροπίας μεταξύ των ελληνιστικών βασιλείων. Σε εφαρμογή του σχεδίου που είχε συμφωνήσει με τον Αντίοχο Γ’, την άνοιξη του 202 π.Χ. προχώρησε στην Προποντίδα και κατέλαβε τη Θάσο, το 201 π.Χ. το ανατολικό Αιγαίο, εισέβαλε στο βασίλειο της Περγάμου και έφτασε μέχρι την Καρία. Το φθινόπωρο του 201 π.Χ. απεσταλμένοι της Ρόδου και του Αττάλου του Α’ στη Ρώμη, διαμαρτυρήθηκαν για την πολιτική του Φιλίππου Ε’. Πριν οι Ρωμαίοι λάβουν επίσημα απόφαση, διεμήνυσαν δύο φορές στο Φίλιππο ότι δεν έπρεπε να επιτίθεται στο πτολεμαϊκό κράτος και να αφήσει τις πτολεμαϊκές κτήσεις που είχε καταλάβει, την περιοχή ανατολικά του Νέστου με τις μεγάλες πόλεις, Μαρώνεια, Άβδηρα και Αίνος, κατά τον Γ΄ Συριακό πόλεμο (241-202 π.Χ.)

Ο Φίλιππος και τις δύο φορές απέρριψε το αίτημα των Ρωμαίων που του μετέφερε επιτροπή της Συγκλήτου. Τα μέσα του θέρους 200 π.Χ. ελήφθη απόφαση να μεταβεί στρατός στην Ιλλυρία για τη διεξαγωγή του πολέμου. Το 200 και το 199 π.Χ. δεν έγινε κάποια αποφασιστική επιχείρηση. Τα πράγματα πήραν νέα τροπή από το 198 π.Χ. όταν ο Φλαμινίνος ανέλαβε ως ύπατος την ευθύνη για τη διεξαγωγή του πολέμου. Ενώ προηγουμένως λάμβαναν χώρα μικρότερες επιχειρήσεις, τώρα έγινε μία μεγάλη μάχη, τον Ιούνιο του 197 π.Χ., στην τοποθεσία Κυνός Κεφαλαί, η οποία και έκρινε την έκβαση του πολέμου. Τη σημασία του Β’ Μακεδονικού Πολέμου και της μάχης αυτής διαπιστώνουμε κυρίως αν λάβουμε υπόψη τους όρους της συνθήκης που ανακοίνωσε ο Φλαμινίνος στο Φίλιππο και που το 196 π.Χ. εστάλη για επικύρωση στη Ρώμη.

Οι όροι της ειρήνης δείχνουν τη σημασία της έκβασης του μακεδονικού πολέμου και την επέκταση της ρωμαϊκής πολιτικής, αφού για πρώτη φορά έχουμε ενεργό ανάμιξη στα ελληνικά πράγματα. Οι όροι της ειρήνης ήταν οι εξής:

  1. Ο Φίλιππος υποχρεωνόταν να εγκαταλείψει όλες τις κτήσεις του στην Ασία και στην Ευρώπη εκτός από τη Μακεδονία, να αποσύρει τις φρουρές που διατηρούσε εκτός των ορίων της Μακεδονίας μέχρι τα Ίσθμια του 196 π.Χ.
  2. Υποχρεούνταν να παραδώσει όλους τους αυτόμολους και τους αιχμαλώτους στη Ρώμη.
  3. Υποχρεωνόταν να παραδώσει στη Ρώμη όλο τον στόλο του εκτός από πέντε ελαφρά πλοία και το βασιλικό πλοίο, μία τριήρη εκκαιδεκήρη.
  4. Έπρεπε να καταβάλει ως πολεμική αποζημίωση στη Ρώμη χίλια τάλαντα και να συνάψει συνθήκη συμμαχίας με τον όρο να εκστρατεύει μαζί με τους Ρωμαίους.

Επίσης ο μικρότερος γιος του, ο Δημήτριος στάλθηκε ως όμηρος στη Ρώμη. Κατά τα Ίσθμια του 196 π.Χ. ο Τίτος Κόιντος Φλαμινίνος διακήρυξε στο στάδιο της Κορίνθου ενώπιον του συγκεντρωμένου πλήθος την αυτονομία και την ελευθερία των ελληνικών πόλεων. Ο ίδιος ήταν ο πρώτος Ρωμαίος στον οποίο αποδόθηκαν λατρευτικές τιμές από τους Έλληνες ως δείγμα ευγνωμοσύνης. Ο Φλαμινίνος παρέμεινε στην Ελλάδα ως το 194 π.Χ., οπότε ανακλήθηκε στη Ρώμη, όπου επέστρεψε παίρνοντας μαζί του πολλά έργα τέχνης με τα οποία κόσμησε τον θρίαμβό του.

Ο Δεύτερος Μακεδονικός Πόλεμος, λοιπόν, αποτελεί σημαντική τομή, καθώς είναι η πρώτη φορά που οι Ρωμαίοι παρεμβαίνουν ρυθμιστικά στα ελληνικά πράγματα.

Ο Φίλιππος Ε’ ήταν ο πιο διάσημος από τους Αντιγονίδες και είχε ως πρότυπό του τον
Φίλιππο Β’. Ήταν ο μόνος από τους Αντιγονίδες που επεκτάθηκε ανατολικά του Νέστου, το 202 π.Χ. και το 187 π.Χ. Αν και ηττήθηκε από τη Ρώμη, δεν ησύχασε και δεσμευόταν από ανασυγκρότησε το κράτος του και το 187 π.Χ. κατέλαβε τις ελληνικές πόλεις ανάμεσα στους ποταμούς Νέστο και Έβρο, Μαρώνεια, Άβδηρα και Αίνος. Όμως, στην ίδια περιοχή ζητούσε να κυριαρχήσει και ο Ευμένης Β’, ανταγωνιστής του Φιλίππου Ε’ και, αργότερα, του Περσέα. Ο Φίλιππος Ε’ διεξήγαγε εκστρατείες εναντίον των θρακικών φύλων κατά τα έτη 184, 183 και 181 π.Χ. Το 179 π.Χ., ενώ βρισκόταν σε εκστρατεία στη Θράκη κατευθυνόμενος από την Αμφίπολη προς τον βορρά πέθανε και τον διαδέχτηκε στο θρόνο του ο Περσέας, ο τελευταίος βασιλιάς του μακεδονικού βασιλείου (179-168).

Με την άνοδό του στο θρόνο, ο Περσέας ζήτησε από τους Ρωμαίους ανανέωση της συμμαχίας μαζί τους και αναγνώρισή του από τη ρωμαϊκή Σύγκλητο. Ο Ευμένης, όμως, τον διέβαλε ότι δήθεν προετοίμαζε πόλεμο, κάτι που δεν προέκυπτε από τη διπλωματική του δραστηριότητα, από την οποία φαίνεται ότι επιζητούσε καλές σχέσεις με όλα τα ελληνιστικά κράτη, βασίλεια και πόλεις. Ένα περιστατικό, ωστόσο, του 172 π.Χ. δημιούργησε στη Ρώμη την άποψη ότι ο Περσέας είναι επικίνδυνος. Καθώς ο Ευμένης επέστρεφε από ένα ταξίδι του στη Ρώμη, πέρασε από τους Δελφούς όπου σημειώθηκε απόπειρα δολοφονίας του, ηθικός αυτουργός της οποίας θεωρήθηκε ο Περσέας. Σώζεται μέρος της επιγραφής που αναφέρεται με αρνητικό για τον Περσέα περιεχόμενο στο περιστατικό. Η επίσημη ρωμαϊκή άποψη ήταν ότι ο Μακεδόνας βασιλιάς ήταν ο ηθικός αυτουργός ενίσχυσε το αρνητικό κλίμα εις βάρος του και οδήγησε στην απόφαση των αρχών του 171 π.Χ. για πόλεμο εναντίον του.

Το 170 και 169 έλαβαν χώρα ελάσσονος σημασίας επιχειρήσεις στην Ιλλυρία. Η αποφασιστική μάχη δόθηκε στις 22 Ιουνίου 168 π.Χ. στην Πύδνα της Μακεδονίας και έληξε με νίκη του ρωμαϊκού στρατού, που είχε ως αρχηγό τον ύπατο Λεύκιο Αιμίλιο Παύλο. Λόγω της διάλυσης του στρατού του, ο Περσέας πέρασε στην Πέλλα και, στη συνέχεια, στην Αμφίπολη και στη Σαμοθράκη, όπου και παραδόθηκε στους Ρωμαίους. Ο ίδιος και τα παιδιά του κόσμησαν τον θρίαμβο του νικητή και ο Περσέας πέθανε στη Ρώμη το 165 π.Χ. Το 167 π.Χ. ο Λεύκιος Αιμίλιος Παύλος συγκέντρωσε τους εκπροσώπους των μακεδονικών πόλεων στην Αμφίπολη και τους ανακοίνωσε τις νέες ρυθμίσεις.

Μετά την κατάλυση του μακεδονικού βασιλείου, οι Ρωμαίοι προέβλεπαν το χωρισμό των εδαφών της Μακεδονίας σε τέσσερις διοικητικές περιοχές, που ονομάστηκαν μερίδες. Καθεμία από αυτές τις περιοχές ήταν αυτοδιοίκητη, ενώ δεν επιτρεπόταν επιγαμίες και ανταλλαγές ανάμεσα στους κατοίκους των περιοχών αυτών. Η πρώτη περιοχή ήταν μεταξύ του Νέστου και του Στρυμώνα με πρωτεύουσα την Αμφίπολη (σε αυτήν υπήχθησαν και οι κτήσεις του Περσέα μεταξύ Νέστου και Έβρου), η δεύτερη τα εδάφη μεταξύ Στρυμώνα και Αξιού, με πρωτεύουσα τη Θεσσαλονίκη, η τρίτη, γνωστή ως κάτω ή παράλια Μακεδονία, περιλάμβανε την περιοχή μεταξύ Αξιού και Πηνειού με πρωτεύουσα την Πέλλα και η τέταρτη, Άνω Μακεδονία, με πρωτεύουσα την Ηράκλεια Λυγκηστίδα (η σημερινή πόλη Μπίτολα, γνωστή και ως Μοναστήρι) που περιλάμβανε ολόκληρη την ορεινή βορειοδυτική Μακεδονία, την ενδοχώρα της τρίτης μερίδας. Με βάση τις νέες ρυθμίσεις οι Ρωμαίοι επέτρεψαν τη διατήρηση στρατού για την άμυνα από επιθέσεις, εκτός από την τρίτη μερίδα. Η απαγόρευση της μεταξύ των μερίδων επικοινωνίας ίσως οφείλεται στην αποτροπή της επιβίωσης του βασιλείου. Οι μερίδες διατηρήθηκαν υπό αυτό το καθεστώς από το 167 π.Χ. έως ότου οργανώθηκαν ως επαρχία του ρωμαϊκού κράτους.

Το 150 π.Χ. εμφανίστηκε κάποιος Ανδρίσκος ο οποίος ισχυριζόταν ότι ήταν γιος του Περσέα, αυτοανακηρύχθηκε βασιλιάς ως Φίλιππος και από τη Θράκη ξεκίνησε, ακολουθούμενος από πλήθη στρατιωτών, σχεδιάζοντας να αναβιώσει το βασίλειο της Μακεδονίας. Το 149 π.Χ. εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, ηττήθηκε, όμως, περί το θέρος του 148 π.Χ. και κατέφυγε στη Θράκη, όπου χάνουμε και τα ίχνη του. Το κίνημα αυτό ήταν η τελευταία προσπάθεια αναβίωσης του μακεδονικού βασιλείου.

Η Σύγχρονη Ιστορία

Η σύγχρονη γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας δεν ορίζεται επισήμως από κανένα διεθνή οργανισμό ή κράτος. Ειδικές αναφορές την εμφανίζουν να απλώνεται σε πέντε κράτη: Αλβανία, Βουλγαρία, Ελλάδα, ΠΓΔΜ, και Σερβία.

Από την ίδρυση του μικρού Ελληνικού Βασιλείου, μόνιμος και συνεχής προβληματισμός του Έθνους ήταν η τύχη και το μέλλον των υποδούλων που παρέμειναν κάτω από τον οθωμανικό ζυγό. Από τη δεκαετία όμως του 1870 παρουσιάζεται ένας νέος ανταγωνιστής, η Βουλγαρία, με διεκδικήσεις μάλιστα σε περιοχές όπου υπήρχαν συμπαγείς Eλληνικοί πληθυσμοί. Η Bουλγαρική αφύπνιση καθυστέρησε αρκετά σε σχέση με τη Eλληνική και των άλλων Bαλκανικών εθνοτήτων. Μόνο με το Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1828-29 και τη διέλευση των Ρωσικών στρατευμάτων μέσα από τις Βουλγαρικές επαρχίες για να φτάσουν στην Αδριανούπολη, κέντρισε το εθνικό αίσθημα των ομοδόξων τους, υποδούλων στους Τούρκους, Βουλγάρων. Ύστερα από τον Κριμαϊκό Πόλεμο (1854), σε μια εποχή κατά την οποία Βούλγαροι του εξωτερικού συνεργάζονταν με Ρώσους Πανσλαβιστές (η πανσλαβιστική ιδέα ταυτίζονταν όλο και περισσότερο με τα σχέδια της Ρωσίας για έξοδο στη Μεσόγειο και έλεγχο των Στενών) δόθηκε μία νέα ώθηση για την ανάπτυξη της Βουλγαρικής εθνότητας. Λίγα χρόνια αργότερα, άρχισε οξύς εκκλησιαστικός ανταγωνισμός προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τον Ελληνικό κλήρο.

Το ξεκίνημα

Ύστερα από την Γαλλική Επανάσταση ξεκίνησε σε όλη την Ευρώπη μια σειρά εθνικών αφυπνίσεων, των οποίων διαδέχθηκε ένα κύμα εθνικιστικών εξεγέρσεων και επαναστάσεων. Μετά την Ελληνική Επανάσταση του 1821, κατά την οποία οι Μακεδόνες έπαιξαν πρωταρχικό ρόλο αφενός, και που αφετέρου οδήγησε σε καταστροφή πολλών εστιών του Ελληνισμού στη Μακεδονία, οι Μακεδόνες συνέχισαν τους αγώνες ελευθερίας και ένωσης με το νεοσύστατο Ελληνικό κράτος.

Η Μακεδονική επανάσταση του 1854

Χωρίζεται σε δύο φάσεις: η πρώτη φάση έλαβε χώρα στη Δυτική και Νότια Μακεδονία και η δεύτερη στη Χαλκιδική. Ωστόσο, οι πιέσεις των Άγγλων και των Γάλλων στην κυβέρνηση του βασιλιά Όθωνα ανάγκασαν τον τελευταίο να ανακαλέσει τους οπλαρχηγούς που συμμετείχαν στον αγώνα των αλύτρωτων ελληνικών περιοχών, συμπεριλαμβανομένου και της Μακεδονίας – οι δυτικές χώρες θεώρησαν πως οι εξεγέρσεις των αλύτρωτων ελληνικών περιοχών είχαν σχέση με τον Κριμαϊκό Πόλεμο (1854-1856).

Στη Νότια Μακεδονία, οι Ολύμπιοι οπλαρχηγοί και αγωνιστές από την ελεύθερη Ελλάδα και τη Θεσσαλομαγνησία κατέλαβαν τα Τέμπη και μερικά σημεία της Πιερίας. Στη Δυτική Μακεδονία, οι επαναστάτες με αρχηγό τον Θεόδωρο Ζιάκα κατέλαβαν τη δυτική Πίνδο και επιτέθηκαν στην περιοχή των Γρεβενών, αλλά η αριθμητική υπεροχή του οθωμανικού στρατού και η διπλωματική στάση των δυτικών δυνάμεων είχε ως αποτέλεσμα τη σύναψη ανακωχής και την επιστροφή των οπλαρχηγών στο Βασίλειο της Ελλάδας κατά τον Ιούνιο του 1854.

Η δεύτερη φάση έλαβε χώρα στη Χαλκιδική και σ’ αυτή πρωτοστάτησε ο Τσάμης Δημήτριος Καρατάσος, πρώην υπασπιστής του βασιλιά Όθωνα. Ο Καρατάσος είχε αποβιβαστεί στη Σιθωνία τον Απρίλιο του 1854, αλλά αντιμετώπισε τις γαλλικές δυνάμεις που έβαλλαν συνεχώς, καθώς φοβούνταν την είσοδο του στη Θεσσαλονίκη. Μετά από μια βραχεία κατάληψη των Καρυών του Αγίου Όρους, οι μοναχοί του οποίου δεν είχαν στηρίξει τον αγώνα, ο Καρατάσος αναγκάστηκε να επιστρέψει στο ελληνικό βασίλειο με γαλλικό πολεμικό σκάφος. Οι πρόξενοι των Άγγλων και των Γάλλων ανέλαβαν την προστασία των αμάχων και των ενόπλων που είχαν υποστηρίξει τον Καρατάσο από μια πιθανή οθωμανική εισβολή στο Άγιο Όρος.

Η Μακεδονική επανάσταση του 1866 

Δεν πέρασαν 15 χρόνια από τη Θεσσαλική επανάσταση του 1854 και νέος απελευθερωτικός αγώνας ξέσπασε στη Θεσσαλία το 1866 με αφορμή την άλλη ταυτόχρονη μεγάλη Κρητική Επανάσταση. Ήδη από το 1860 στην Ήπειρο και αργότερα στη Θεσσαλία είχε συσταθεί «Προσωρινή Κυβέρνησις» με σκοπό το συντονισμό των ενεργειών υποδούλων και ελεύθερων για την απόκτηση της προσφιλούς ελευθερίας. Το 1866, με την υποκίνηση του βασιλιά Γεωργίου και την προτροπή του πρωθυπουργού Επαμεινώνδα Δεληγεώργη και εν συνεχεία του υπουργού εξωτερικών Χαριλάου Τρικούπη έγινε έκρηξη της Θεσσαλικής Επαναστάσεως από πόθο προς την ελευθερία και για αντιπερισπασμό των Τούρκων, που προσπαθούσαν να κατασβέσουν την επανάσταση στην Κρήτη.

Ο κλεφτοπόλεμος εκείνος κράτησε πάνω από τρία χρόνια και διεξαγόταν στην παραμεθόριο από τον Αλμυρό μέχρι την Ήπειρο. Κατ΄ανάγκη και η Καΐτσα βρέθηκε στη δίνη των πολεμικών εκείνων επιχειρήσεων. Μάλιστα μετά τη διάλυση του επαναστατικού στρατοπέδου των Πετριλίων Αγράφων κατά τις αρχές του 1867 πολλοί επαναστάτες μετακινήθηκαν προς τα σύνορα και έφθασαν στην Παλιογιαννιτσού, στην Καΐτσα, στο Νεζερό και προς τα μέρη της Γούρας.

Καθώς όμως περνούσαν το μεθοριακό χωριό Νεζερό (‘Αγιος Στέφανος) παρακίνησαν και βοήθησαν τους κατοίκους να εγκαταλείψουν το οθωμανικό έδαφος και να μετοικήσουν στο ελληνικό. Ασφαλώς και τότε πολλοί Καϊτσιώτες μετέφεραν τις οικογένειές τους για ασφάλεια στα ελληνικά τότε χωριά Φτέρη, Μάκρυση, Καστριώτισσα κλπ., όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως.
Με την επέμβαση όμως και πάλι των ξένων, κατά τις αρχές του 1869 έσβησε και η επανάσταση εκείνη χωρίς ουσιαστικά αποτελέσματα.

Η Μακεδονική επανάσταση του 1878

Η Επανάσταση των Μακεδόνων το 1878, είχε ως σκοπό την κατάργηση της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, -σύμφωνα με την οποία το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας θα προσαρτούνταν στη Βουλγαρία- και την ένωση της Μακεδονίας με την Ελλάδα. Είχε προηγηθεί ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1878 κατά τον οποίο η Ελλάδα είχε κηρύξει στις 2 Φεβρουαρίου τον πόλεμο εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπου οι ελληνικές δυνάμεις μετά την προέλαση τους, υποχωρούν στις αρχικές τους θέσεις έπειτα από μεσολάβηση των μεγάλων δυνάμεων και την υπογραφή της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου.

Αναφέρεται ότι επαναστατικές εστίες την ίδια χρονιά, εντοπίζονται παράλληλα με τη Μακεδονία στη Θεσσαλία και την Κρήτη, με αίτημα την ένωση με το Ελληνικό κράτος. Στη Μακεδονία παρατηρήθηκε μεγαλύτερη προθυμία και ζωηρότερος ενθουσιασμός απ’ ότι στην στη Θεσσαλία. Η επανάσταση είχε δύο κύριες εστίες στη Μακεδονία, η μία βρισκόταν στον Όλυμπο, και η άλλη στο Βούρινο.

Η εξέγερση του Ολύμπου ξεκίνησε στο Λιτόχωρο στις 19 Φεβρουαρίου 1878 με επικεφαλής τον Κοσμά Δουμπιώτη, επεκτάθηκε στις γύρω περιοχές και πνίγηκε στο αίμα από τους Οθωμανούς, με τραγικό επίλογο την καταστροφή του Λιτοχώρου στις 4 Μαρτίου της ίδιας χρονιάς. Στην επανάσταση του Λιτοχώρου που αποτέλεσε τον προπομπό για τις εξεγέρσεις σε όλη τη Μακεδονία συμμετείχαν σώματα από όλες της περιοχές της Δυτικής και Κεντρικής Μακεδονίας, καθώς και από την Ανατολική Μακεδονία (κυρίως από το Μελένικο).

Η εξέγερση ξεκίνησε στο όρος Βούρινο με επικεφαλής τον Αναστάσιο Πηχεών. Στις 18 Φεβρουαρίου 1878, εξεγερμένοι από διάφορα μέρη της Δυτικής Μακεδονίας, σχημάτισαν στον οικισμό Μπούρινος την «Προσωρινή Κυβέρνησις της εν Μακεδονία επαρχίας Ελιμείας», ζητώντας την κατάργηση της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου και την Ένωση της Μακεδονίας με την Ελλάδα. Το θέρος του 1878, περίπου 15.000 ένοπλοι κλιμάκωσαν ένα ανταρτοπόλεμο στα ορεινά της Δυτικής Μακεδονίας από την Κοζάνη έως το Μοναστήρι. Οι επαναστάτες της Δυτικής Μακεδονίας δεν είχαν καμία βοήθεια από το Ελληνικό κράτος.

Στη Βόρεια Μακεδονία οι εξεγέρσεις έφτασαν μέχρι τα Βελεσσά, όπου δρούσε ο οπλαρχηγός Κατράκος με 50 άνδρες. Μετά την καταστολή της εξέγερσης, πολλοί Βελεσσιώτες αναγκάστηκαν να προσφύγουν στη Θεσσαλονίκη. Η εξέγερση σταμάτησε το χειμώνα του ίδιου έτους λόγω κακών καιρικών συνθηκών και έλλειψης οργάνωσης.

Η Μακεδονική επανάσταση του 1878 δεν πέτυχε το σκοπό της. Καταγράφηκε όμως διεθνώς η αντίθεση του Ελληνικού πληθυσμού της Μακεδονίας στην προσάρτησή του σε μια Μεγάλη Βουλγαρία, και παράλληλα ενισχύθηκε η διπλωματική θέση της Ελλάδας αλλά και όσων χωρών αντιτίθενται στη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου. Έτσι με μια νέα συνθήκη στο Συνέδριο του Βερολίνου τον Ιούνιο του 1878, τα Μακεδονικά εδάφη παρέμειναν Οθωμανικά και δεν προσαρτήθηκαν στη Βουλγαρία. Ως αντίδραση στην εξέλιξη αυτή, ο Βουλγάρικος πληθυσμός της Μακεδονίας εξεγέρθηκε με παρόμοιο τρόπο το φθινόπωρο του 1878 στις περιοχές της Κρέσνας και του Ραζλογκ, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Σήμερα ο οικισμός είναι εγκαταλελειμμένος, ενώ οι κάτοικοί του μετοίκησαν 4 χλμ. νοτιότερα, δημιουργώντας τον οικισμό Χρώμιο

Η Μακεδονική επανάσταση του 1880 και των Πηχεωνικών του 1881

Τον Ιούλιο του 1880, σημειώνεται ένα ταχυδρομικό κύμα διαφόρων προκυρήξεων γραμμένων στην  ελληνική γλώσσα προς τις Ευρωπαϊκές προξενικές αρχές που βρίσκονται στην Θεσσαλονίκη αλλά και στις τουρκικές αρχές που βρίσκονται επίσης στην Μακεδονική πρωτεύσουσα. Συγγραφέας αυτών των προκυρήξεων είναι η πρωτοεμφανιζόμενη Οργάνωση με το όνομα «Προσωρινή Κυβέρνηση της Μακε­δονίας» και υπογράφει βάζοντας και την «Κεντρική Επιτροπή για την απελευθέρωση». Η προκήρυξη υπογραφόταν από τους Βασίλειο Σιόμο, Αναστάσιο Δημήτροβιτς και Αλή εφέντη, oι οποίοι αντιπροσώπευαν αντίστοιχα το ελληνικό, σλαβικό και αλβανικό στοιχείο της Μακεδονίας.

Επρόκειτω για προσωρινά εκλεγμένους αντιπροσώπους από τον λαό της Μακεδονίας που είχαν συγκεντρωθεί στό Γράμμο στις 21 Μαίου του 1880, για να εξετάσουν άπό κοινού τήν πολιτική θέση της πατρίδας τους με βάση δύο συγκεκριμένες παραμέτρους. Πρώτος παράγοντας οι ληστρικές επιδρομές των Βασιβουζούκων, των Κιρκάσιων και των Γκέγκηδων. Δεύτερος παράγοντας οι πο­λιτικές εξελίξεις στον μακεδονικό χώρο ύστερα από τό συνέδριο του Βερολίνου, το οποίο, αν και είχε θεσπίσει την άνεξαρτησία της Ρουμανίας, της Σερβίας και του Μαυροβουνίου, καθώς και την αυτονομία της Βουλγαρίας, δεν είχε υιοθετήσει καμιά πολιτική λύση για τη Μακεδονία. Ετσι, σύμφω­να πάντα με το περιεχόμενο της προκήρυξης, η άδυναμία της Πύλης νά προ­χωρήσει στην παραχώρηση αυτόνομου καθεστώτος στή Μακεδονία, παρακί­νησε τους εκλεγμένους αντιπροσώπους της νά λάβουν τις εξής άποφάσεις:

  • Την άμεση εφαρμογή του άρθρου 23 της συνθήκης του Βερολίνου, σύμφωνα με το οποίο θα έπρεπε να παραχωρηθεί οργανικός νόμος στη Μακεδονία.
  • Την άμεση αποστολή του υπομνήματος στις Ευρωπαϊκές Κυβερνήσεις μέσω των Προξένων τους για να ασκηθεί επιπλέον πίεση προς την Πύλη ώστε να συμμορφωθεί με τις αποφάσεις του Βερολίνου
  • Την άμεση αποστολή της προκύρηξης στην Πύλη για την δημιουργία της Προσωρινής Κυβέρνησης της Μακεδονίας, η οποία θα είχε ως βασικό σκοπό την υλοποίηση των αποφάσεων του 1878, την εκλογή στρατιωτικών αρχηγών και τον ενδεχόμενο ξεσηκωμό του λαού της Μακεδονίας σε περίπτωση που η τουρκική κυβέρνηση αρνούνταν η καθηστερούσε να απαντήσει στις επιστολές αυτές.

Εν τω μεταξύ μετά την αποτυχία της συνδιάσκεψης του Βερολίνου, αποφασίζεται να συγκληθεί νέα στη Κωνσταντινούπολη. Πράγματι αυτή συγκαλείται στις 10/22 Φεβρουαρίου 1881 και σ’ αυτή οι πρεσβευτές των Μ. Δυνάμεων δέχονται, την τουρκική, αυτή τη φορά πρόταση παραχώρησης της Θεσσαλίας και μέρους της Ηπείρου στην Ελλάδα. Οι κυβερνήσεις των Μ. Δυνάμεων στέλνουν στην ελληνική κυβέρνηση στις 26 Μαρτίου / 7 Απριλίου 1881 την ανακοίνωση της απόφασης μαζί με την συμβουλή προς τον Κουμουνδούρο, που ήταν πρωθυπουργός, όπως την αποδεχθεί γιατί οι Τούρκοι μπορούν να αλλάξουν γνώμη. Πράγματι στις 31 Μαρτίου / 12 Απριλίου ο Κουμουνδούρος αποδέχεται την πρόταση παρά την απογοήτευση της κοινής γνώμης.

Το 1882 ο Αναστάσιος Πηχεών παραιτείται από τη διδασκαλική θέση στο ημιγυμνάσιο της Κοζάνης στην οποία είχε διοριστεί τον Ιούνιο του 1876 και δραστηριοποιείται σαν εκπρόσωπος του «Συλλόγου» και ειδικός γραμματέας του «Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Καστοριάς» και του «Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως». Έγινε ο συντονιστής της δραστηριότητος των ελληνικών σωμάτων της εποχής και ο πρωτεργάτης μυστικής κίνησης που απλώθηκε σιγά-σιγά σε όλη τη βορειοδυτική Μακεδονία.

Στα τέλη του 1886 οι τουρκικές αρχές, μετά από έρευνες στο ελληνικό γυμνάσιο Μοναστηρίου, στο βιβλιοπωλείο του Γ. Τσάλλη και σε σπίτια διαφόρων Ελλήνων της πόλης, κατάσχουν αλληλογραφία από την οποία διακρίνεται η ύπαρξη μιας επαναστατικής μυστικής οργάνωσης με επικεφαλής τον Α. Πηχεών.

Οι τουρκικές αρχές αρχίζουν συλλήψεις και φυλακίσεις, μεταξύ των οποίων και του ίδιου του Πηχεών, στη δίκη του οποίου φαίνεται καθαρά ότι οι Έλληνες της Δυτ. Μακεδονίας έχουν δημιουργήσει μια μυστική επαναστατική οργάνωση με μέλη δασκάλους, προκρίτους, γιατρούς, η οποία έχει επαφές με τα ελληνικά προξενεία Θεσσαλονίκης και Μοναστηρίου, με διάφορα ανταρτικά σώματα και διάφορα επίσημα πρόσωπα στο ελληνικό κράτος.

Η Πύλη προχωράει σε επίσημη διαμαρτυρία προς την Αθήνα η οποία αναγκάζεται να ανακαλέσει προσωρινά τον πρόξενο Κ. Πανουριά. Στις 23 Μαΐου ο Πανουριάς επιστρέφει στο Μοναστήρι αλλά τον Απρίλιο 1889 ανακαλείται οριστικά στην Αθήνα.

Το τουρκικό δικαστήριο επιβάλλει βαριές ποινές και ο Πηχεών, μαζί με άλλους, καταδικάζεται σε εξορία στην Πτολεμαΐδα της Κυρηναϊκής. Εκεί παραμένει φυλακισμένος από τον Ιούνιο μέχρι τον Σεπτέμβριο 1890, οπότε με τη βοήθεια του εκεί Έλληνα προξένου καταφέρνει να δραπετεύσει και να φτάσει στην Αθήνα.

Από τότε οι τουρκικές αρχές αρχίζουν να επεμβαίνουν στα ελληνικά εκπαιδευτικά ζητήματα. Προσπάθησαν να αποκλείσουν το διορισμό Ελλήνων δασκάλων από τις σχολικές εφορίες και να αμφισβητήσουν το δικαίωμά τους να διορίζουν, μεταθέτουν, απολύουν δασκάλους. Οι δάσκαλοι των ελληνικών χωριών είναι πλέον υποχρεωμένοι να έχουν επικυρωμένα τα προγράμματα, τα βιβλία, τα ενδεικτικά και τα απολυτήριά τους από τις τουρκικές αρχές.

Περί το τέλος του 19ου αιώνα, όταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία άρχισε να δείχνει σημεία παρακμής, είχαν ήδη ξυπνήσει ο μαυροβούνιος, ο σέρβικος, ο ελληνικός, ο βουλγάρικος και ο ρουμάνικος εθνικισμός. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να δημιουργηθούν καινούρια εθνικά κράτη στην επικράτεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τα οποία διεκδικούσαν όλο και περισσότερα εδάφη από την Αυτοκρατορία. Κύρια μέσο επέκτασης των νεοσύστατων βαλκανικών κρατών ήταν η αλυτρωτική πολιτική, δηλαδή η διεκδίκηση πληθυσμιακών ομάδων που διαβιούσαν στον εναπομείναντα Ευρωπαϊκό Οθωμανικό χώρο και η πολιτική ενσωμάτωσης των περιοχών όπου διαβιούσαν αυτές οι ομάδες προς τον κορμό των κρατών τους.

Η Εσωτερική Μακεδονική Οργάνωση

Σημαντικός σταθμός στην ιστορία της περιοχής ήταν η δημιουργία το (1893) στη Ρέσνα της περιοχής της Πελαγονίας της μυστικής οργάνωσης ΒΜΡΟ (στα ελληνικά ΕΜΕΟ), δηλαδή Εσωτερικό Μακεδονο-Αδριανουπολίτικο Επαναστατικό Κομιτάτο ή αργότερα Εσωτερική Μακεδονική Αδριανουπολίτικη Επαναστατική Οργάνωση . Σκοπός της οργάνωσης ήταν η απελευθέρωση της Μακεδονίας από τους Τούρκους με το παραπλανητικό σύνθημα «Η Μακεδονία στους Μακεδόνες» και να παρέχει στήριξη στη διατήρηση της Βουλγαρικής εθνικής ταυτότητας στις ευρωπαϊκές Οθωμανικές κτήσεις. Στον όρκο που δίναν τα μέλη της γίνονταν σαφής διάκριση μεταξύ Βουλγάρων και Ελλήνων και τονίζονταν ότι οι χριστιανικές εθνότητες θα συνεργάζονταν για την αποκήρυξη του Οθωμανικού ζυγού.

Αποτέλεσμα της δράσης της ΕΜΕΟ ήταν, οι εθνικοί ανταγωνισμοί να μετατραπούν σε ένοπλες συγκρούσεις, κάτι που οδήγησε σε νέα Μακεδονική Επανάσταση το 1896. Σύμφωνα με απογραφή που έγινε από το Χιλμή Πασά το 1904 στα βιλέτια της Θεσσαλονίκης, του Μοναστηρίου και του Κοσσυφοπεδίου η σύσταση του πληθυσμού ήταν: Μωαμεθανοί (1.729.000), Έλληνες (647.932), Βουλγαρίζοντες (527.784), Σέρβοι (167.601), Εβραίοι (48.270) και Ρουμανίζοντες Βλάχοι (30.116). Υπολογίζεται ότι ένας στους τρεις κατοίκους της μετέπειτα Ελληνικής Μακεδονίας μιλούσε Σλαβομακεδονικά. Το 1908 εκδηλώθηκε ο Τουρκικός εθνικισμός με το κίνημα των Νεότουρκων. Η εξέλιξη αυτή ήταν αρνητική για όλα τα χριστιανικά έθνη που κατοικούσαν στην Μακεδονία, γιατί δυσκόλευε την επέκταση και την ίδρυση εθνικών κρατών. Ακολούθησαν οι δύο Βαλκανικοί Πόλεμοι κατά τους οποίους η Μακεδονία διαμελίστηκε στα τρία και προσαρτήθηκε από την Σερβία, την Ελλάδα και την Βουλγαρία.

Λίγο πριν την επανάσταση του Ίλιντεν φαίνεται πως ο αρχικός στόχος της οργάνωσης είχε πλέον διαφοροποιηθεί σε μια αυτόνομη Μακεδονία που θα συμμετείχε ως ομόσπονδη δημοκρατία σε μια βαλκανική ένωση κρατών την οποία επιθυμούσαν τα μέλη της, και πως είχε αποκλειστεί πλέον η ιδέα της ένωσης με τη Βουλγαρία. Γι’αυτό το λόγο και άρχισε να εμπλουτίζεται και με μέλη άλλων εθνοτήτων της Μακεδονίας, πλην των Βουλγάρων. Ακόμα τάχθηκαν κατά των εδαφικών βλέψεων όλων των γειτονικών κρατών στις περιοχές της Μακεδονίας και της νότιας Θράκης ορίζοντας αυτές ως πολυεθνικές. Παρόλα αυτά τα βουλγαρομακεδόνικα στοιχεία της οργάνωσης φαίνεται πως έβλεπαν την ιδέα της αυτονομίας ως αυστηρά πολιτική, χωρίς να απαρνούνται τη βουλγάρικη εθνικότητά τους και χωρίς να απορρίπτουν την ιδέα της κυριαρχίας του βουλγαρικού στοιχείου στις δύο επίμαχες περιοχές.

Τα Απριλιανά του 1903

Με την ονομασία Απριλιανά του 1903 χαρακτηρίζονται τα γεγονότα μιας σειράς βομβιστικών επιθέσεων οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από τους «Γκεμιτζήδες» μια αναρχική επαναστατική ομαδα, υπό την αρχηγία του καθηγητή του Βουλγαρικού Γυμνασίου Αρρένων Ντάμιεν Γκρούεφ, οι οποίες συγκλόνισαν την τουρκοκρατούμενη τότε Θεσσαλονίκη. Οι επιθέσεις πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 28 Απρίλη και 1 Μάη του 1903. Από τις βομβιστικές εκείνες επιθέσεις υπήρξαν πολλά θύματα και καταστροφές. 

Οι αποκαλουμενοι ως Γκεμιτζήδες (βαρκάρηδες ή σε πιο ελεύθερη μετάφραση «μπουρλοτιέρηδες») ήταν ομάδα νέων με αναρχικές ιδεολογικές καταβολές που έδρασε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, στις αρχές του 20ού αιώνα. Τα μέλη της, όλα απόφοιτοι του Εξαρχικού (Βουλγαρικού) Γυμνασίου Αρρένων της Θεσσαλονίκης, εξαπέλυσαν μια σειρά βομβιστικών επιθέσεων ώστε να αποσπάσουν την προσοχή των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής στο πρόβλημα της οθωμανικής καταπίεσης στη Μακεδονία και στη Νότια Θράκη ως προπομπός μέσα στα πλαίσια της προετοιμασίας για την εξέγερση του Ίλιντεν.

Προετοιμασία της επίθεσης

Αρχικός σκοπός της ομάδας ήταν η δολοφονία του σουλτάνου στην Κωνσταντινούπολη. Για την προετοιμασία αυτού του χτυπήματος, μέλος της ομάδας πήγε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί, με τη μεσολάβηση του γραμματέα της Βουλγαρικής Εξαρχίας Dimitar Lyapov, ήρθε σε επαφή με Αρμένιους επαναστάτες. Σε αυτές τις επαφές έγινε φανερό πως ήταν αδύνατη η υλοποίηση του φιλόδοξου σχεδίου. Έτσι, αποφάσισαν την από κοινού ανατίναξη των κτιρίων της Οθωμανικής Τράπεζας στην Πόλη και τη Θεσσαλονίκη. Όμως το Σεπτέμβριο του 1900, η οθωμανική αστυνομία συνέλαβε αρκετά μέλη της ομάδας, τα οποία φυλακίστηκαν. Το 1901, απελάθηκαν στη Βουλγαρία, κατόπιν πιέσεων της βουλγαρικής κυβέρνησης. Την ίδια χρονιά, μέλος των Γεμιτζήδων, μαζί με τα υπόλοιπα μέλη βουλγαροαρμενικής ομάδας, σκοτώθηκε σε αψιμαχία με Τούρκους, κοντά στην Αδριανούπολη. Το 1902, οι Γεμιτζήδες ήταν έτοιμοι και πάλι για δράση, αυτή τη φορά με σχέδιο βομβιστικών επιθέσεων στην Αδριανούπολη, Βελεσά (Βέλες) και άλλες πόλεις. Και αυτή τη φορά, όμως τα σχέδιά τους ματαιώθηκαν, όταν οι Οθωμανοί κατέσχεσαν το δυναμίτη που προοριζόταν για την επιχείρηση, στο Δεδέ Αγάτς (σημ. Αλεξανδρούπολη). Η οθωμανική επιχείρηση είχε υλοποιηθεί σε συνεργασία με τον αρχηγό της βουλγαρικής Ανώτατης Μακεδονικής Επιτροπής (ΒΜΑRC -Bulgarian Macedonian-Adrianople Revolutionary Committees), Μπόρις Σαράφωφ. Έτσι οι Γεμιτζήδες περιόρισαν τους στόχους τους στη Θεσσαλονίκη, όπου και μετέβησαν αργότερα συνεχίζοντας τον σχεδιασμό των επιθέσεων.

Τα τρομοκρατικά χτυπήματα

Έτσι στις 17 Απριλίου του 1903 (π. ημερ.) στη Θεσσαλονίκη ξέσπασαν ταραχές με μία σειρά βομβιστικών επιθέσεων κατά τουρκικών και όχι μόνο στόχων με δεκάδες νεκρούς. Συγκεκριμένα στον λιμένα της Θεσσαλονίκης ανατινάζεται το γαλλικό επιβατηγό πλοίο «Γουανταλκιβίρ», λίγο πριν τον απόπλου του για Κωνσταντινούπολη, όπου εκτελούσε τη συγκοινωνιακή αυτή γραμμή. Ακολούθησε βομβιστική επίθεση τρένου που μετέφερε 300 επιβάτες από Αδριανούπολη. Την επόμενη ημέρα βομβιστική επίθεση δέχθηκε το εργοστάσιο φωταερίου της Θεσσαλονίκης με συνέπεια να βυθιστεί η πόλη στο σκοτάδι, ενώ παράλληλα ακολούθησαν εκρήξεις βομβών σε διάφορα μέρη της πόλης, δρόμους, πλατείες και καταστήματα, μεταξύ των οποίων στο ελληνικό καφενείο Αλάμπρα, σ΄ ένα επίσης ελληνικό ζυθοποιείο και διάφορα άλλα σημεία.
Από τα σοβαρότερα κτυπήματα της εξτρεμιστικής εκείνης δράσης ήταν η ανατίναξη της οθωμανικής τράπεζας και της παραπλήσιας γερμανικής λέσχης που υπέστησαν ολοκληρωτική καταστροφή από δυναμίτες που είχαν τοποθετηθεί σε υπόγεια σήραγγα που από μακρού ετοιμάζονταν για το σκοπό αυτό. Η ανατίναξη του μεγάρου της Οθωμανικής Τράπεζας επετεύχθηκε με την κατασκευή υπόνομου που άρχιζε από ένα μπακάλικο ενοικιασμένο από βούλγαρο και έφθανε κάτω από από το μέγαρο, τα δε χώματα αποσύρονταν από μυημένους πελάτες βούλγαρους ως ψώνια μέσα σε χαρτοσακούλες. Αμέσως μετά την δεύτερη ημέρα των επεισοδίων κηρύχθηκε στη πόλη της Θεσσαλονίκης και στην ευρύτερη περιοχή στρατιωτικός νόμος.

Των εξτρεμιστικών εκείνων επεισοδίων ακολούθησαν μάχες σχεδόν σώμα με σώμα ιδίως στη βουλγαρική συνοικία της πόλης, μεταξύ Βουλγάρων εξτρεμιστών και Οθωμανών στρατιωτών κατά τις οποίες υπήρξαν δεκάδες θύματα μεταξύ των οποίων και Έλληνες, λόγω του χάους που επικρατούσε. Συνελήφθησαν εκατοντάδες Βούλγαροι που σύρθηκαν στις φυλακές, όπου από τις ανακρίσεις που έγιναν διαπιστώθηκε ότι δράστες αυτών των εξτρεμιστικών επιθέσεων ήταν μια δεκαμελής, κατ΄ άλλους δωδεκαμελής, αναρχική ομάδα που φέρονταν με το όνομα «βαρκάρηδες» ή «πλήρωμα», τουρκικά «gemidzhii», εξελληνισμένα «γεμιτζήδες», (γεμί = σκάφος), όνομα που βεβαίως δεν είχε καμία σχέση με επαγγελματίες λεμβούχους. Από την ομάδα αυτή έξι φέρονταν να σκοτώθηκαν στις μάχες που ακολούθησαν, τέσσερις να έχουν συλληφθεί και δύο να διέφυγαν τη σύλληψη.

Αναρχική ομάδα

Σύλληψη των «γκεμιτζήδων» 1903.

Αναμνηστική πλάκα των «γεμιτζήδων» στις (Βέλες)

 

Την δεκαμελή ομάδα των «γεμιτζήδων» αποτελούσαν οι:

  1. Βλαδίμηρ Πίνγκωφ (1885, Βελεσσά – 1903). Σκοτώθηκε την πρώτη ημέρα των επεισοδίων.
  2. Γεώργη Μπογδάνωφ (1882, Βελεσσά – ;). Συνελήφθη, φέρεται να πέθανε εξόριστος.
  3. Δήμηταρ Μέτσεφ (1870, Βελεσσά – 1903). Σκοτώθηκε στα επεισόδια.
  4. Ήλια Τράτσκωφ (1885, Βελεσσά – 1903). Σκοτώθηκε στη διάρκεια των επεισοδίων.
  5. Κωσταντίν Κύρκωφ, (1881, Βελεσσά – 1903). Συνομήλικος με τον Τζόρνταν Ποπτζόρνταν, σκοτώθηκε λίγες μέρες μετά τα επεισόδια.
  6. Μάρκο Μποσνάκωφ (1878, Αχρίδα – 1915). Θεωρούνταν αξιωματικός (σύνδεσμος) του βουλγαρικού στρατού. Συνελήφθη το 1908 και εξορίστηκε στη Βουλγαρία. Πέθανε το 1915.
  7. Μίλαν Άρσωφ, (1886, Οράοβετς Βελεσσών – ;). Ο νεότερος της ομάδας, συνελήφθη, φέρεται να πέθανε εξόριστος.
  8. Παύελ Σάτεφ (1882, Κράτοβο -1951). Διέφυγε τη σύλληψη, φέρεται ο εμπρηστής του πλοίου. Το 1910 φέρεται να επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη και να εργάστηκε ως καθηγητής. Στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρξε συνεργάτης του Τίτο. Δολοφονήθηκε το 1951 στη Γιουγκοσλαβία.
  9. Ιορδάν Ποπιορδάν, (1881, Βελεσσά – 1903). Ο ιθύνων νους της οργάνωσης, σκοτώθηκε στα επεισόδια.
  10. Τσβέτκο Τράϊκωφ (1878 Ρέσνα – 1903). Σκοτώθηκε στα επεισόδια.

Το Κίνημα του Ίλιντεν

Έτσι το 1903 η οργάνωση ΕΜΕΟ οργάνωσε την αντιοθωμανική ένοπλη Εξέγερση του Ίλιντεν με το σύνθημα «Η Μακεδονία στους Μακεδόνες» και βασικό στόχο την αυτονομία της Μακεδονίας. Σύμφωνα με πληροφόρηση του Ίωνα Δραγούμη προς τον πατέρα του «παντες οί σλαυόφωνοι πληθυσμοί ήκολούθησαν τό Κομιτάτον, ορθόδοξοι καί σχισματικοί καί οί πλείστοι εκουσίως». Η επανάσταση ξεκίνησε στις 2 Αυγούστου 1903 (ημέρα της εορτής του προφήτη Ηλία) και τελικώς απέτυχε αφού κατεστάλη σταδιακά και με ωμή βία από τους Οθωμανούς.

Μετά το Ίλιντεν

Έπειτα από την αποτυχημένη εξέγερση του Ίλιντεν ακολούθησαν βίαιες συγκρούσεις μέσα στο ίδιο το κίνημα και έτσι το ΕΜΕΟ διασπάστηκε στα δύο, στους αριστερίζοντες (φεντεραλιστές) που διατηρούσαν την ιδέα της αυτονομίας σε ένα ομόσπονδο κράτος και τους δεξιίζοντες (τσεντραλιστές) που ασπάζονταν το βουλγαρικό εθνικισμό (ένωση με Βουλγαρία του κράτους που θα προέκυπτε) και συγκρούονταν ένοπλα με Έλληνες και Σέρβους. Όμως στη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων και οι δύο φράξιες της οργάνωσης πολέμησαν στο πλευρό της Βουλγαρίας, και έτσι σταδιακά το ΕΜΕΟ απορροφήθηκε από τη Βουλγαρία και εξελίχθηκε σε εκπρόσωπο των βουλγάρικων συμφερόντων στη Βαλκανική. Η δράση του εντάθηκε κυρίως μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στη δεκαετία του 1920. Σε αυτό το διάστημα η -βουλγαρικών φρονημάτων πλέον- ΕΜΕΟ είχε οργανώσει ένα εκτεταμένο ένοπλο δίκτυο τρομοκρατίας στην περιοχή της Μακεδονίας που ευθύνεται για αρκετά εγκλήματα σε βάρος αμάχων Ελλήνων της περιοχής, όσο και άλλων εθνοτήτων, Σέρβων, Εβραίων, ακόμα και Τούρκων, και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα της Βαλκανικής και κυρίως της εσωτερικής πολιτικής ζωής της Βουλγαρίας και της Γιουγκοσλαβίας, μέχρι τη βίαιη διάλυσή της από τον τσάρο Μπορίς Γ΄ της Βουλγαρίας το 1934. Μέχρι το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το βουλγάρικο ΕΜΕΟ φαίνεται πως συνέχιζε κάποια αντάρτικη δραστηριότητα κατά γειτονικών κρατών, και μετά το τέλος του πολέμου διαλύθηκε.

Τα Βαλκάνια πριν τους Βαλκανικούς Πολέμους

Συνοψίζοντας την κατάσταση λοιπόν στα Βαλκάνια πριν τους δύο πολέμους τα πράγματα έχουν ως εξής:

  • 1903 Αυστροουγγαρία και Ρωσία συνομολογούν το Πρόγραμμα Μυρστέγκ που αφορά μεταρρυθμίσεις για τη Μακεδονία. Αναταραχή στη Σερβία. Δολοφονείται ο Βασιλιάς Αλέξανδρος εκ του Οίκου Ομπρένοβιτς από συνωμότες αξιωματικούς. Η εθνική συνέλευση εκλέγει Βασιλιά τον Πέτρο Καραγιώργιεβιτς που αναλαμβάνει ηγετικό ρόλο στα μετέπειτα δρώμενα. Η Βουλγαρία σε επαναστατικό κίνημα. Οι Τούρκοι συλλαμβάνουν Βούλγαρους κομητατζήδες.
  • 1904 Μεταξύ Σερβίας και Μαυροβουνίου συνομολογείται η Συμφωνία Κεττίγνης που αφορά συμφέροντα επί της Μακεδονίας. Ακολουθεί η (μυστική) Συμφωνία Βελιγραδίου (1904) (συμμαχία Σερβίας – Βουλγαρίας), της οποίας συνέχεια είναι η Συνθήκη Βελιγραδίου (1904). Η Βουλγαρία αποτελεί εξαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι επίβουλες δραστηριότητές της σε βάρος αλλοεθνών πληθυσμών και περισσότερο ελληνογενών πολλαπλασιάζονται. Η Βουλγαρική κυβέρνηση εξαπολύει έντονη προπαγάνδα προς τους λαούς της Ευρώπης παρουσιάζοντας τη Μακεδονία ως Βουλγαρική. Η Κυβέρνηση Θεοτόκη αντιδρά. Δημιουργείται το Ελληνικό αμυντικό κομιτάτο. Ο Βασιλιάς Γεώργιος Α΄ και η κυβέρνηση Θεοτόκη το υποστηρίζουν. Έναρξη Μακεδονικού Αγώνα. Θάνατος του Παύλου Μελά. Μέχρι το τέλος του έτους η Βουλγαρία έχει προσαρτήσει 130 ελληνικές κοινότητες. Παράλληλα η Ιταλία και η Αυστροουγγαρία συνομολογούν τη Συμφωνία Αμπατσίας για την «Αδριατική ισορροπία». Επίσης μεταξύ Βουλγαρίας και Τουρκίας συνομολογείται η Συνθήκη Σόφιας (1904) που αφορά πολιτική προσέγγιση και αμνηστία στους Βουλγάρους επαναστάτες.
  • 1906 Ο ελληνικός ένοπλος αγώνας στη Μακεδονία έχει επικρατήσει. Οι Βούλγαροι εξαπολύουν στη συνέχεια συμμορίες κατά Ελλήνων στην Ανατολική Ρωμυλία ενώ τον Ιούνιο επέδραμαν στη Φιλιππούπολη, Αγχίαλο και Βάρνα. Ακολουθούν σφαγές πυρπολήσεις και διωγμός Ελλήνων. Η Ελλάδα ξεκινά επίσημα, (πρώτη βαλκανική Χώρα), προγράμματα στρατιωτικού εξοπλισμού και εκπαίδευσης.
  • 1907 Μεταξύ Ελλήνων και Αλβανών συνομολογείται η Δήλωση Συνεννόησης (1907) που περισσότερο αφορά σύσφιξη σχέσεων. Οι Μονάρχες Ρωσίας και Αυστρίας συνομολογούν τη Συμφωνία του Ίτσλ για διατήρηση του «Status Quo» στη Βαλκανική. εκ της οποίας και ακολουθεί η Διακοίνωση Ρωσίας – Αυστρίας προς κυβερνήσεις Αθηνών, Βελιγραδίου και Σόφιας.
  • 1908 Η Βουλγαρία, με την υποστήριξη της Αυστροουγγαρίας ανακηρύσσεται ανεξάρτητο Βασίλειο. Ο Σουλτάνος, υπό την πίεση των Ρώσων αναγκάζεται να το αναγνωρίσει. Βασιλιάς αναλαμβάνει ο Φερδινάνδος ο οποίος και ξεκινά αμέσως πρόγραμμα στρατιωτικού εξοπλισμού και εκπαίδευσης. Ακολουθεί η Συμφωνία Σόφιας (1908) μεταξύ Βουλγαρίας και Τουρκίας που αφορά μουσουλμανικά προνόμια, όχι όμως και των Ελλήνων. Παρά ταύτα νέες βουλγαρικές συμμορίες εισχωρούν στη Μακεδονία. Οι δολοφονίες πολλαπλασιάζονται, μεταξύ των θυμάτων και ο Μητροπολίτης Κορυτσάς Φώτιος.

Η Σερβία απογοητεύθηκε στο βορρά από την ενσωμάτωση της Βοσνίας από την Αυστροουγγαρία. Το Μάρτιο του 1909 αναγκάστηκε να αποδεχθεί την προσάρτηση και να συγκρατήσει την αναταραχή κατά των Αψβούργων από τους Σέρβους εθνικιστές. Αντ ‘αυτού η σερβική κυβέρνηση (πρωθυπουργός Νικόλα Πάσιτς) στράφηκε προς τα πρώην Σερβικά εδάφη στο νότο, κυρίως την «Παλαιά Σερβία» (το Σαντζάκι του Νόβι Παζάρ και την επαρχία του Κοσσυφοπεδίου).

  • 1909 Από τις αρχές του έτους το Νεοτουρκικό κομιτάτο φέρεται να έχει επικρατήσει. Ένταση μεταξύ Τουρκίας και Βουλγαρίας, συνομολογούνται τα δύο Πρωτόκολλα Πετρούπολης (1909). Αυτών ακολουθεί η (μυστική) Συνθήκη Πετρούπολης (1909) μεταξύ Ρωσίας και Βουλγαρίας. Η Βουλγαρία, που είχε εξασφαλίσει την οθωμανική αναγνώριση της ανεξαρτησίας της τον Απρίλιο του 1909 και απολάμβανε τη φιλία της Ρωσίας, επιδίωκε να προσαρτήσει οθωμανικές περιοχές της Θράκης και της Μακεδονίας. Η σχέση του Νεοτουρκικού κομιτάτου με την Ελλάδα αρχίζει να εκτραχύνεται, στη προσπάθεια των Νεότουρκων για κατάργηση της αυτονομίας της Κρήτης και την επαναφορά της στην Οθωμανική κυριαρχία. Ο Σουλτάνος μη αναγνωρίζοντας επίσημα τους Νεότουρκους εξαναγκάζει και την επίσημη Ελλάδα σε απ΄ ευθείας υποσχετικές δηλώσεις και διπλωματικές υποχωρήσεις στα αιτήματα των Νεοτούρκων. Στάση που θα επηρεάσει έντονα τα εσωτερικά γεγονότα της Ελλάδας, με στρατιωτική επανάσταση.Στις 15 Αυγούστου 1909 ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος, μια ομάδα Ελλήνων αξιωματικών, στράφηκε εναντίον της κυβέρνησης για τη μεταρρύθμιση της εθνικής κυβέρνησης της χώρας και την αναδιοργάνωση του στρατού. Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος δεν κατάφερε να δημιουργήσει ένα νέο πολιτικό σύστημα, μέχρι που κάλεσε τον Κρητικό πολιτικό Ελευθέριο Βενιζέλο στην Αθήνα ως πολιτικό σύμβουλο. Ο Βενιζέλος έπεισε το Βασιλιά Γεώργιο Α΄ να αναθεωρήσει το σύνταγμα και ζήτησε από το Σύνδεσμο να διαλυθεί υπέρ μιας Εθνικής Συνέλευσης. Το Μάρτιο του 1910 ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος αυτοδιαλύθηκε. Τον Ιούνιο συνέρχεται το Συνέδριο Πάτμου (1912) που εκφράζει τον διακαή πόθο της ένωσης της Δωδεκανήσου με την Ελλάδα.
  • 1910 Το Μαυροβούνιο αναγνωρίζεται Βασίλειο. Βασιλιάς αναλαμβάνει ο ηγεμών Νικήτας με σαφείς βλέψεις προέκτασης της Χώρας του.

Η Βαλκανική Συμμαχία

Μετά την νίκη της Ιταλίας στον Ιταλοτουρκικό Πόλεμο του 1911-1912 οι Νεότουρκοι έχασαν την εξουσία μετά από πραξικόπημα. Οι Βαλκανικές χώρες το είδαν ως ευκαιρία να επιτεθούν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και να εκπληρώσουν τις επιθυμίες τους για επέκταση.

Με την αρχική ενθάρρυνση Ρώσων αντιπροσώπων το Μάρτιο του 1912 η Σερβία και η Βουλγαρία υπέγραψαν συμμαχία εναντίον της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Βάσει της συμφωνίας σε περίπτωση νίκης επί των Τούρκων, η Βουλγαρία θα προσαρτούσε τα εδάφη ανατολικά του Στρυμόνα, η Σερβία τα εδάφη βόρεια του όρους Σκάρδος. Οι δύο χώρες δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν για το μοίρασμα των εδαφών της Μακεδονίας. Στην συμμαχία προστέθηκε αργότερα και το Μαυροβούνιο.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος που ήταν τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας, θεωρώντας ότι, αν ξεσπάσει ένοπλη σύγκρουση στα Βαλκάνια χωρίς Ελληνική συμμετοχή θα χανόταν για πάντα η δυνατότητα να υλοποιηθούν οι ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις στη Μακεδονία και τη Θράκη, υπέγραψε τον Μάιο του 1912 αμυντική συμμαχία με τη Βουλγαρία. Οι δύο χώρες επίσης δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν για το μοίρασμα των εδαφών της Μακεδονίας και συναίνεσαν απλώς στο να κρατήσει κάθε χώρα όσα εδάφη θα κατάφερνε να αποσπάσει από την Οθωμανική αυτοκρατορία. Ένας παράγοντας που ώθησε την Βουλγαρική ηγεσία να δεχθεί τέτοιου είδους συμφωνία ήταν το γεγονός πως η ήττα της Ελλάδας κατά τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 είχε δημιουργήσει στους υπολοίπους Βαλκάνιους την πεποίθηση ότι ο Ελληνικός Στρατός δεν αποτελούσε υπολογίσιμο παράγοντα. Οι Βούλγαροι, οι οποίοι θεωρούσαν ότι είναι «οι Πρώσοι των Βαλκανίων», πίστευαν ότι στην καλύτερη περίπτωση ο Ελληνικός Στρατός θα κολλούσε στα σύνορα ή θα σημείωνε λίγες τοπικές επιτυχίες χωρίς πάντως να μπορέσει να διεκδικήσει με αξιώσεις εδάφη που αποτελούσαν στόχο της Βουλγαρίας. Δέχθηκαν όμως την συμμαχία με την Ελλάδα επειδή πίστευαν στο αξιόμαχο του Ελληνικού στόλου, ο οποίος είχε την δυνατότητα να εμποδίσει την μεταφορά ενισχύσεων από τα λιμάνια της Μικράς Ασίας προς την Ευρωπαϊκή Τουρκία, όπως και πράγματι έκανε.

Με τις τολμηρές του διπλωματικές πρωτοβουλίες ο Βενιζέλος ήρθε σε αντίθεση με την ηγεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, το οποίο (όπως και ο Ίων Δραγούμης) λόγω και του πρόσφατου Μακεδονικού αγώνα θεωρούσε πιο επικίνδυνο αντίπαλο την Βουλγαρία και εξέταζε την περίπτωση συμμαχίας με την Τουρκία. Με δεδομένη την πρόσφατη περίοδο του Μακεδονικού αγώνα, την αντιπαλότητα με τη Βουλγαρία και γενικότερα με τους φορείς των ιδεών του πανσλαβισμού, στην ελληνική πολιτική ζωή κυριαρχούσε από τα τέλη του 19ου αιώνα η ιδέα του σλαβικού κινδύνου. Η Ελλάδα αντιμετώπιζε το δίλημμα εάν θα ήταν προτιμότερη η συμμαχία με τους Χριστιανούς Σλάβους εναντίον των Τούρκων ή εάν η σλαβική απειλή ήταν τόσο επικίνδυνη ώστε θα έπρεπε να προτιμηθεί η συμμαχία με την καταρρέουσα Οθωμανική αυτοκρατορία, η οποία μετεξελισσόμενη θα μπορούσε ίσως και να κυβερνηθεί από Έλληνες.

Ο καταστροφικός πόλεμος του 1897 είχε επηρεάσει πολλούς, ανάμεσα τους και τον Ίωνα Δραγούμη ο οποίος θεώρησε ότι το Ελληνικό κράτος είχε αποτύχει και ότι η πρόοδος του Ελληνισμού θα έπρεπε να αναζητηθεί με μία αυτοκρατορική λογική μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι απόψεις αυτές φτάνουν στο αποκορύφωμά τους λίγο πριν τους Βαλκανικούς Πολέμους όταν ο Ίων Δραγούμης απογοητευμένος από το Ελληνικό κράτος μιλάει πιο ιδεαλιστικά για «ανατολικό κράτος», απαξιώνοντας «το κρατίδιον», όπως αποκαλούσε την Ελλάδα. Αντίθετα ο Βενιζέλος, τέκνο της Κρήτης η οποία είχε μόλις πρόσφατα αποκτήσει την αυτονομία της, εμφανιζόταν περισσότερο ως οπαδός του κλασσικού αλυτρωτισμού του 19ου αιώνα. Θέτοντας δε ως άμεσο στόχο την απελευθέρωση των Οθωμανικών κτήσεων στην Ευρώπη, χωρίς μάλιστα προηγούμενη συμφωνία για το μοίρασμα τους, άλλαξε άρδην την εξωτερική πολιτική. Η επιλογή του Βενιζέλου για συμμαχία με τη Βουλγαρία αποτελούσε μεγάλη τομή ειδικά για την παλιά γενιά του μακεδονικού αγώνα. Τελικά ο κρητικός πολιτικός κατάφερε να υπερνικήσει τις αντιδράσεις της διπλωματικής γραφειοκρατίας, φροντίζοντας ταυτόχρονα να καταστήσει την χώρα ετοιμοπόλεμη, ώστε να μην επαναληφθεί η τραυματική εμπειρία του 1897.

Η αλήθεια είναι ότι μετά την επανάσταση στο Γουδί ο Ελληνικός στρατός είχε βελτιώσει με πολύ γρήγορους ρυθμούς το επίπεδο εκπαιδεύσεως με την άφιξη ξένων (Γαλλικών) εκπαιδευτικών αποστολών, είχε ανανεώσει και εκσυγχρονίσει τον εξοπλισμό του, και είχε διοικητικά αναδιοργανωθεί με την βελτίωση του συστήματος των προαγωγών των αξιωματικών και την απομάκρυνση των Βασιλοπαίδων από την ηγεσία. Ταυτόχρονα τέθηκε σε εφαρμογή και το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού του στόλου με αποκορύφωμα την αγορά του Θωρηκτού «Αβέρωφ».

Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι

Οι Βαλκανικοί έγιναν στα Βαλκάνια το 1912-1913. Τέσσερα βαλκανικά κράτη νίκησαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία στον πρώτο πόλεμο και ένα από αυτά, η Βουλγαρία, ηττήθηκε στο δεύτερο πολεμο. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία έχασε το μεγαλύτερο μέρος της επικράτειάς της στην Ευρώπη. Η Αυστροουγγαρία, αν και δεν συμμετείχε στον πόλεμο, έγινε σχετικά πιο αδύναμη, καθώς μια πολύ διευρυμένη Σερβία πίεζε για την ένωση των Νότιων Σλαβικών λαών. Ο πόλεμος όρισε το σκηνικό για τη Βαλκανική κρίση του 1914 και έτσι λειτούργησε ως «προανάκρουσμα του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου».

Στις αρχές του 20ου αιώνα η Ελλάδα, η Βουλγαρία, το Μαυροβούνιο και η Σερβία είχαν αποκτήσει την ανεξαρτησία τους από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά μεγάλα τμήματα των εθνικών τους πληθυσμών παρέμεναν υπό την Οθωμανική κυριαρχία. Το 1912 οι χώρες αυτές σχημάτισαν το Βαλκανικό Συνασπισμό. Ο Α΄ Βαλκανικός πόλεμος είχε τρεις κύριες αιτίες:

  1. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία αδυνατούσε να μεταρρυθμιστεί, να κυβερνήσει ικανοποιητικά ή να ασχοληθεί με τον αυξανόμενο εθνικισμό των διαφόρων λαών της.
  2. Οι Μεγάλες Δυνάμεις διαφωνούσαν μεταξύ τους και απέτυχαν να εγγυηθούν ότι οι Οθωμανοί θα πραγματοποιήσουν τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις. Αυτό οδήγησε τα βαλκανικά κράτη να επιβάλουν τη δική τους λύση.
  3. Το σημαντικότερο ήταν ο σχηματισμός του Βαλκανικού Συνασπισμού και η πεποίθηση των μελών του ότι θα μπορούσαν να νικήσουν τους Τούρκους.

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία έχασε όλα τα ευρωπαϊκά εδάφη της στα δυτικά του ποταμού Εβρου, ως αποτέλεσμα των δύο Βαλκανικών Πολέμων, που έτσι καθόρισαν τα σημερινά δυτικά σύνορα της Τουρκίας. Άρχισε μια μεγάλη εισροή Τούρκων στα ενδότερα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τις απωλεσθείσες περιοχές. Μέχρι το 1914 η απομένουσα περιοχή-πυρήνας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας γνώρισε αύξηση πληθυσμού περίπου 2,5 εκατομμυρίων λόγω της πλημμύρας της μετανάστευσης από τα Βαλκάνια.

Οι πολίτες της Τουρκίας θεωρούν τους Βαλκανικούς Πολέμους ως μια μεγάλη καταστροφή (Balkan harbi faciası) στην ιστορία του έθνους τους. Η απροσδόκητη ήττα και η ξαφνική απώλεια των ευρωπαϊκών εδαφών, όπου κυριαρχούσε η Τουρκία, αποτέλεσαν ένα ψυχοτραυματικό γεγονός μεταξύ πολλών Τούρκων που λέγεται ότι προκάλεσε την τελική κατάρρευση της ίδιας της αυτοκρατορίας μέσα σε πέντε χρόνια. Ο Nαζίμ Πασάς, Αρχηγός του Επιτελείου του Οθωμανικού Στρατού, θεωρήθηκε υπεύθυνος για την αποτυχία και δολοφονήθηκε στις 23 Ιανουαρίου 1913 κατά το Οθωμανικό Πραξικόπημα του 1913.

Ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος ξεκίνησε όταν τα κράτη-μέλη του Συνασπισμού επιτέθηκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία στις 8 Οκτωβρίου 1912 και έληξε οκτώ μήνες αργότερα με την υπογραφή της Συνθήκης του Λονδίνου στις 30 Μαΐου 1913.

Οι τρεις Σλαβικοί σύμμαχοι (Βουλγαρία, Σερβία και Μαυροβούνιο) είχαν εκπονήσει εκτεταμένα σχέδια για το συντονισμό των πολεμικών προσπαθειών τους, σε συνέχεια των μυστικών προπολεμικών τους διακανονισμών και υπό στενή ρωσική εποπτεία (η Ελλάδα δεν είχε συμπεριληφθεί). Η Σερβία και το Μαυροβούνιο θα επετίθεντο στο Σαντζάκ, η Βουλγαρία και η Σερβία στη Μακεδονία και τη Θράκη.

Η κατάσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν δύσκολη. Ο πληθυσμός της των περίπου 26 εκατομμυρίων παρείχε τεράστιο όγκο ανθρώπινου δυναμικού, αλλά τα τρία τέταρτα του πληθυσμού και σχεδόν όλο το μουσουλμανικό τμήμα του ζούσαν στο ασιατικό τμήμα της αυτοκρατορίας. Οι ενισχύσεις έπρεπε να προέλθουν από την Ασία κυρίως μέσω της θάλασσας, πράγμα που εξαρτιόταν από τα αποτελέσματα του πολέμου μεταξύ του τουρκικού και του ελληνικού ναυτικού στο Αιγαίο.

Με την ξέσπασμα του πολέμου η Οθωμανική Αυτοκρατορία ενεργοποίησε τρία Αρχηγεία Στρατού: το Θρακικό στην Κωνσταντινούπολη, το Δυτικό στη Θεσσαλονίκης και του Αξιού στα Σκόπια, εναντίον των Βουλγάρων, των Ελλήνων και των Σέρβων αντίστοιχα. Οι περισσότερες από τις διαθέσιμες δυνάμεις της διατέθηκαν σε αυτά τα μέτωπα. Μικρότερες ανεξάρτητες μονάδες διατέθηκαν αλλού, κυρίως γύρω από τις βαριά οχυρωμένες πόλεις.

Το Μαυροβούνιο, υπό το Βασιλιά Νικόλαο, ήταν το πρώτο που κήρυξε πόλεμο στις 8 Οκτωβρίου. Η κύρια ώθησή του ήταν προς τη Σκόδρα, με δευτερεύουσες επιχειρήσεις στην περιοχή Νόβι Παζάρ. Οι υπόλοιποι σύμμαχοι, αφού επέδωσαν κοινό τελεσίγραφο, κήρυξαν τον πόλεμο μια εβδομάδα αργότερα. Η Βουλγαρία επιτέθηκε προς την Ανατολική Θράκη και αναχαιτίστηκε μόνο στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης στη γραμμή Τσατάλτσα και στον Ισθμό της Χερσονήσου της Καλλίπολης, ενώ δευτερεύουσες δυνάμεις κατέλαβαν τη Δυτική Θράκη και την Ανατολική Μακεδονία. Η Σερβία επιτέθηκε νότια προς τα Σκόπια και το Μοναστήρι και έπειτα στράφηκε δυτικά προς τη σημερινή Αλβανία, φτάνοντας στην Αδριατική, ενώ μια δεύτερη Στρατιά κατέλαβε το Κοσσυφοπέδιο και ενώθηκε με τις δυνάμεις του Μαυροβουνίου. Πριν από την έναρξη των επιχειρήσεων η Ελλάδα είχε φροντίσει να αποστείλει στη Μακεδονία 250 περίπου Μακεδονομάχους που είχαν προετοιμάσει τον πληθυσμό και οργανώσει ομάδες ανταρτών. Η Ελλάδα αποβίβασε στρατό στην Χαλκιδική αλλά οι κυριότερες δυνάμεις της Ελλάδας επιτέθηκαν από τη Θεσσαλία στη Μακεδονία μέσω του στενού του Σαρανταπόρου και μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης στις 12 Νοεμβρίου επέκτεινε την κατεχόμενη έκτασή της και ενώθηκε με το Σερβικό στρατό στα βορειοδυτικά ενώ οι κύριες δυνάμεις της στράφηκαν ανατολικά προς την Καβάλα, φτάνοντας στους Βούλγαρους. Ένας άλλος ελληνικός στρατός επιτέθηκε στην Ήπειρο προς τα Ιωάννινα.

Στο ναυτικό μέτωπο, ο οθωμανικός στόλος δύο φορές βγήκε από τα Δαρδανέλια και τις δύο ηττήθηκε από το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό στις Ναυμαχίες της Έλλης και της Λήμνου. Η ελληνική κυριαρχία στο Αιγαίο δεν επέτρεψε στους Οθωμανούς να μεταφέρουν τα σχεδιαζόμενα στρατεύματα από τη Μέση Ανατολή στο Θρακικό (κατά των Βουλγάρων) και το Μακεδονικό (κατά των Ελλήνων και Σέρβων) μέτωπο. Σύμφωνα με τον E.Τ. Ερικσον το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό έπαιξε επίσης σημαντικότατο, αν και έμμεσο ρόλο, στην εκστρατεία της Θράκης εξουδετερώνοντας όχι λιγότερα από τρία Θρακικά Σώματα, σημαντικό τμήμα του εκεί Οθωμανικού Στρατού, -στο πολύ σημαντικό ξεκίνημα του πολέμου. Μετά την ήττα του οθωμανικού στόλου, το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό ήταν επίσης ελεύθερο να απελευθερώσει τα νησιά του Αιγαίου. Ο Βούλγαρος Στρατηγός Νικόλα Ιβάνοφ αναγνώρισε τη δράση του Ελληνικού Ναυτικού ως κύριο παράγοντα της γενικής επιτυχίας των συμμάχων.

Τον Ιανουάριο, μετά από να επιτυχημένο πραξικόπημα νέων αξιωματικών του στρατού, η Οθωμανική Αυτοκρατορία αποφάσισε να συνεχίσει τον πόλεμο. Μετά από μια αποτυχημένη οθωμανική αντεπίθεση στο μέτωπο της Δυτικής Θράκης, οι Βουλγαρικές δυνάμεις, με τη βοήθεια του Σερβικού Στρατού, κατόρθωσαν να καταλάβουν την Αδριανούπολη, ενώ οι Ελληνικές δυνάμεις κατάφεραν να πάρουν τα Ιωάννινα αφού νίκησαν τους Οθωμανούς στη Μάχη του Μπιζανίουι. Στο κοινό θέατρο επιχειρήσεων Σερβίας-Μαυροβουνίου ο στρατός του Μαυροβουνίου πολιορκούσε και κατέλαβε τη Σκόδρα, τερματίζοντας την οθωμανική παρουσία στην Ευρώπη δυτικά της γραμμής Τσατάλτσα μετά από σχεδόν 500 χρόνια. Ο πόλεμος τελείωσε επίσημα με τη Συνθήκη του Λονδίνου στις 30 (17) Μαΐου 1913.

Χάρτης με τις μεταβολές των συνόρων κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους (η πράσινη γραμμή δείχνει τα αρχικά οθωμανικά όρια)

Ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος ξεκίνησε το 1913. Αν και οι Βαλκανικοί σύμμαχοι είχαν αγωνιστεί μαζί ενάντια στον κοινό εχθρό, αυτό δεν ήταν αρκετό για να ξεπεράσουν τις αμοιβαίες αντιπαραθέσεις τους. Στο αρχικό έγγραφο για το Βαλκανικό συνασπισμό η Σερβία υποσχέθηκε στη Βουλγαρία το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας. Αλλά, πριν τελειώσει ο πρώτος πόλεμος, η Σερβία (κατά παράβαση της προηγούμενης συμφωνίας) και η Ελλάδα αποκάλυψαν το σχέδιό τους να διατηρήσουν την κατοχή των εδαφών που είχαν καταλάβει οι δυνάμεις τους. Αυτή η πράξη ώθησε τον τσάρο της Βουλγαρίας να επιυεθεί στους συμμάχους του. Ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος ξέσπασε στις 29 (16) Ιουνίου 1913, όταν η Βουλγαρία επιτέθηκε στους πρώην συμμάχους της του Α΄Βαλκανικού Πολέμου, της Σερβίας και της Ελλάδας, ενώ το Μαυροβούνιο και η Οθωμανική Αυτοκρατορία παρενέβησαν αργότερα κατά της Βουλγαρίας και η Ρουμανία επιτέθηκε στη Βουλγαρία από το βορρά. Όταν ο ελληνικός στρατός μπήκε στη Θεσσαλονίκη κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο μόλις μια μέρα πριν από τη Βουλγαρικό 7η Μεραρχία, του ζητήθηκε να επιτρέψουν σε ένα βουλγαρικό τάγμα να εισέλθει στην πόλη. Η Ελλάδα δέχτηκεμε αντάλλαγμα να επιτραπεί σε μιας ελληνική μονάδα να μπει στην πόλη των Σερρών.

Η βουλγαρική μονάδα που εισήλθε στη Θεσσαλονίκη αποδείχθηκε ότι ήταν μια ισχυρή μεραρχία 18.000 ανδρών, αντί του τάγματος, κάτι που προκάλεσε ανησυχία μεταξύ των Ελλήνων, που την είδαν ως βουλγαρική προσπάθεια να εγκαταστήσει μια συγκυριαρχία πάνω στην πόλη. Λόγω όμως της επείγουσας ανάγκης ενισχύσεων στο μέτωπο της Θράκης, το Βουλγαρικό Αρχηγείο σύντομα αναγκάστηκε να απομακρύνει τα στρατεύματά του από την πόλη (ενώ οι Έλληνες συμφώνησαν με αμοιβαία συνθήκη να απομακρύνουν τις μονάδες τους που έδρευαν στις Σέρρες) και να τις μεταφέρουν στο Δεδεαγάτς (σημερινή Αλεξανδρούπολη), αλλά άφησε πίσω του ένα τάγμα που άρχισε να οχυρώνει τις θέσεις του.

Η Ελλάδα είχε επίσης επιτρέψει στους Βούλγαρους να ελέγχουν το τμήμα της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης-Κωνσταντινούπολης που βρισκόταν στην κατεχόμενη από τους Ελληνες περιοχή, δεδομένου ότι η Βουλγαρία έλεγχε το μεγαλύτερο μέρος αυτής της γραμμής προς τη Θράκη. Μετά τη λήξη των επιχειρήσεων στη Θράκη – και επιβεβαιώνοντας τις ελληνικές ανησυχίες – η Βουλγαρία δεν ήταν ικανοποιημένη από το έδαφος που έλεγχε στη Μακεδονία και ζήτησε αμέσως από την Ελλάδα να παραιτηθεί από τη Θεσσαλονίκη και την περιοχή βόρεια της Πιερίας, παραδίδοντάς της ουσιαστικά όλη τη Μακεδονία του Αιγαίου. Αυτά τα απαράδεκτα αιτήματα, μαζί με τη βουλγαρική άρνηση αποστρατείας του στρατού της, εφόσον η Συνθήκη του Λονδίνου είχε τερματίσει τον κοινό πόλεμο εναντίον των Οθωμανών, ανησύχησαν την Ελλάδα, που αποφάσισε και αυτή να διατηρήσει το στρατό της σε επιστράτευση.

Παρομοίως, στη βόρεια Μακεδονία, η ένταση μεταξύ Σερβίας και Βουλγαρίας λόγω των μελλοντικών φιλοδοξιών τους για τη Μακεδονία του Βαρδάρη προκάλεσε πολλά επεισόδια μεταξύ των δύο στρατών, κάνοντας τη Σερβία να διατηρήσει την κινητοποίηση του στρατού της. Η Σερβία και η Ελλάδα πρότειναν οι τρεις χώρες να μειώσουν το στρατό τους κατά ένα τέταρτο, ως ένα πρώτο βήμα για τη διευκόλυνση μιας ειρηνικής λύσης, αλλά η Βουλγαρία το απέρριψε. Η Ελλάδα και η Σερβία ξεκίνησαν μια σειρά διαπραγματεύσεων και υπέγραψαν μια συνθήκη την 1η Ιουνίου (19 Μαΐου) 1913. Με τη συνθήκη αυτή συμφωνήθηκαν αμοιβαία σύνορα μεταξύ των δύο χωρών μαζί με μια συμφωνία αμοιβαίας στρατιωτικής και διπλωματικής υποστήριξης σε περίπτωση βουλγαρικής ή / και αυστρο-ουγγρικής επίθεσης. Ο Τσάρος Νικόλαος Β΄ της Ρωσίας, καλά ενημερωμένος, προσπάθησε να σταματήσει την επερχόμενη σύγκρουση στις 8 Ιουνίου, στέλνοντας ένα ταυτόσημο προσωπικό μήνυμα στους βασιλιάδες της Βουλγαρίας και της Σερβίας, προσφερόμενος να ενεργήσει ως διαιτητής σύμφωνα με τις διατάξεις της Σερβοβουλγαρικής Συνθήκης του 1912 . Ωστόσο η Βουλγαρία, θέτοντας όρους για την αποδοχή της ρωσικής διαιτησίας, αρνήθηκε οποιαδήποτε συζήτηση και έκανε τη Ρωσία να αποκηρύξει τη συμμαχία της με τη Βουλγαρία.

Οι Σέρβοι και οι Έλληνες είχαν στρατιωτικό πλεονέκτημα την παραμονή του πολέμου επειδή οι στρατοί τους αντιμετώπισαν συγκριτικά αδύναμες οθωμανικές δυνάμεις στον πρώτο Βαλκανικό πόλεμο και υπέστησαν σχετικά ελαφρές απώλειες, ενώ οι Βούλγαροι ενεπλάκησαν σε σφοδρές μάχες στη Θράκη. Οι Σέρβοι και οι Έλληνες είχαν χρόνο να ενισχύσουν τις θέσεις τους στη Μακεδονία. Οι Βούλγαροι είχαν επίσης κάποια πλεονεκτήματα, ελέγχοντας τις γραμμές εσωτερικής επικοινωνίας και εφοδιασμού.

Στις 29 (16) Ιουνίου 1913, ο στρατηγός Σαβόφ, με άμεσες εντολές του Τσάρου Φερδινάνδου Ι, έδωσε διαταγές για επίθεση εναντίον τόσο της Ελλάδας όσο και της Σερβίας χωρίς να συμβουλευτεί τη βουλγαρική κυβέρνηση και χωρίς επίσημη κήρυξη πολέμου. Τη νύχτα της 30 (17) Ιουνίου 1913 επιτέθηκε στο Σερβικό στρατό στο ποταμό Μπρεγκάλνιτσα και στη συνέχεια στον Ελληνικό στρατό στη Νιγρίτα. Ο Σερβικός στρατός αντιστάθηκε στην ξαφνική νυχτερινή επίθεση, ενώ οι περισσότεροι στρατιώτες δεν γνώριζαν καν με ποιον μάχονταν, καθώς τα βουλγαρικά στρατόπεδα βρίσκονταν δίπλα στους Σέρβους και θεωρούντο συμμαχικά. Οι δυνάμεις του Μαυροβουνίου ήταν μόλις λίγα χιλιόμετρα μακριά και επίσης έσπευσαν στη μάχη. Η βουλγαρική επίθεση αναχαιτίστηκε.

Ο ελληνικός στρατός σημείωσε επίσης επιτυχίες. Υποχώρησε σύμφωνα με το σχέδιο για δύο ημέρες ενώ η Θεσσαλονίκη εκκαθαρίστηκε από το υπόλοιπο βουλγαρικό σύνταγμα. Στη συνέχεια ο ελληνικός στρατός αντεπιτέθηκε και νίκησε τους Βούλγαρους στο Κιλκίς, μετά από την οποία καταστράφηκε η κυρίως βουλγαρική πόλη και ο πληθυσμός της εκδιώχθηκε. Μετά την κατάληψη του Κιλκίς η προέλαση του ελληνικού στρατού δεν ήταν αρκετά γρήγορη για να αποτρέψει την καταστροφή της Νιγρίτας, των Σερρών και του Δοξάτου και τις σφαγές Ελλήνων αμάχων στο Σιδηρόκαστρο και το Δοξάτο από το βουλγαρικό στρατό. Ο ελληνικός στρατός μοίρασε τότε τις δυνάμεις του και προχώρησε σε δύο κατευθύνσεις. Το ένα τμήμα προχώρησε ανατολικά και κατέλαβε τη Δυτική Θράκη. Ο υπόλοιπος ελληνικός στρατός προέλασε στην κοιλάδα του ποταμού Στρυμόνα, νικώντας το βουλγαρικό στρατό στις μάχες της Δοϊράνης και του Μπέλες, και συνέχισε την προέλασή του βόρεια προς τη Σόφια. Στα στενά του Κρέσνας οι Έλληνες έπεσαν σε ενέδρα της Βουλγαρικής 2ης και 1ης Στρατιάς, που μόλις είχαν φτάσει από το σερβικό μέτωπο και είχαν ήδη καταλάβει αμυντικές θέσεις εκεί μετά τη βουλγαρική νίκη στο Καλιμάντσι.

Στις 30 Ιουλίου ο ελληνικός στρατός υστερούσε πλέον αριθμητικά του βουλγαρικό στρατού, που προσπάθησε να περικυκλώσει τους Έλληνες με μια μάχη τύπου των Καννών, ασκώντας πίεση στα πλευρά τους. Ο ελληνικός στρατός είχε εξαντληθεί και αντιμετώπιζε δυσκολίες εφοδιασμού. Η μάχη συνεχίστηκε για 11 ημέρες, από 29 Ιουλίου ως 9 Αυγούστου, σε ένα ορεινό και δασωμένο λαβύρινθο πάνω από 20 χιλιόμετρων, χωρίς καμμία έκβαση. Ο Έλληνας Βασιλιάς, βλέποντας ότι οι μονάδες που πολεμούσε ήταν από το σερβικό μέτωπο, προσπάθησε να πείσει τους Σέρβους να επαναλάβουν την επίθεσή τους, καθώς το μέτωπο εκείνο είχε πλέον αδυνατίσει, αλλά οι Σέρβοι αρνήθηκαν. Τότε έφτασαν τα νέα για ρουμανική προέλαση προς τη Σόφια και την επικείμενη πτώση της. Αντιμέτωπος με τον κίνδυνο περικύκλωσης ο Κωνσταντίνος συνειδητοποίησε ότι ο στρατός του δεν μπορούσε πλέον να συνεχίσει τις εχθροπραξίες, συμφώνησε με την πρόταση του Ελευθέριου Βενιζέλου και αποδέχτηκε το αίτημα της Βουλγαρίας για ανακωχή, όπως του είχε μεταφερθεί μέσω της Ρουμανίας.

Η Ρουμανία είχε κηρύξει επιστράτευση και κήρυξε τον πόλεμο στη Βουλγαρία στις 10 Ιουλίου (27 Ιουνίου), καθώς είχε προειδοποιήσει επίσημα τη Βουλγαρία από τις 28 (15) Ιουνίου ότι δεν θα παρέμενε ουδέτερη σε νέο Βαλκανικό πόλεμο, λόγω της άρνησης της Βουλγαρίας να παραχωρήσει το φρούριο της Σιλίστρας, όπως είχε υποσχεθεί πριν από τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο σε αντάλλαγμα της ρουμανικής ουδετερότητας. Οι δυνάμεις της αντιμετώπισαν μικρή αντίσταση και τη στιγμή που οι Έλληνες δέχτηκαν το βουλγαρικό αίτημα για ανακωχή είχαν φθάσει στη Βράζντεμπνα, 11 χιλιόμετρα από το κέντρο της Σόφιας.

Βλέποντας την στρατιωτική κατάσταση του βουλγαρικού στρατού οι Οθωμανοί αποφάσισαν να επέμβουν. Επιτέθηκαν και χωρίς αντίσταση κατάφεραν να ανακτήσουν την Ανατολική Θράκη με την οχυρωμένη της πόλη Αδριανούπολη, ανακτώντας μια περιοχή στην Ευρώπη ελάχιστα μεγαλύτερη από το σημερινό ευρωπαϊκό έδαφος της Τουρκίας.

Τα σύνορα στα Βαλκάνια μετά τον Α΄ και το Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο (1912–1913)

Η συνθήκη του Βουκουρεστίου το 1913

Οι διαπραγματεύσεις της διάσκεψης για τη συνομολόγηση της συνθήκης αυτής διεξάχθηκαν στο Βουκουρέστι σ΄ έναν αγώνα προσδιορισμού των νέων συνόρων και ειδικότερα των Σερβο-Βουλγαρικών και των Ελληνο-Βουλγαρικών (στη Θράκη). Πριν όμως από τη σύγκληση της διάσκεψης αυτής είχαν προηγηθεί οι ακόλουθες πολιτικές, διπλωματικές και άλλες στρατιωτικές ενέργειες:

  1. Στις 26 Απριλίου (1913) ο Έλληνας Πρωθυπουργός Ε. Βενιζέλος ενημερώνει εγγράφως τον Στογιάν Δάνεφ περί μη ύπαρξης σχετικής συμφωνίας μεταξύ Σερβίας και Ελλάδος δηλώνοντάς του πως γενικά οι Έλληνες επιθυμούν να καταστήσουν την υπό κυριαρχία τους Θεσσαλονίκη ελεύθερο λιμένα και επιπρόσθετα πως αν επιχειρηθεί χωριστή συμφωνία με τη Βουλγαρία οι Έλληνες είναι πρόθυμοι να παύσουν να ενδιαφέρονται για τις Σερβο-Βουλγαρικές διαφορές που αφορούσαν το Μοναστήρι κ.ά. (Σημειώνεται πως την πρόταση αυτή του Βενιζέλου επικαλέσθηκε αργότερα ο Βούλγαρος Πρωθυπουργός Ιβάν Γκέσωφ σε γαλλόφωνο βιβλίο που εξέδωσε προκειμένου ν΄ αποδείξη ότι η Ελλάδα τότε, στο Βουκουρέστι, δεν απαιτούσε κάνενα ζωτικό συμφέρον στη διανομή της Μακεδονίας).
  2. Παράλληλα όμως ο Βούλγαρος Πρωθυπουργός Γκέσωφ επιζητούσε πρώτα να επιλυθεί, με τη βοήθεια της ομόθρησκης Ρωσίας, η Σερβο-Βουλγαρική διαφορά προκειμένου στη συνέχεια να μείνη μόνο εκείνη με την Ελλάδα (κατά τις επιστολές Γκέσωφ – Σαζόνωφ).
  3. Την ίδια περίοδο η Αυστροουγγαρία συμβουλεύει τη Βουλγαρία να λάβει υπ` όψιν της την κατάσταση όπως εξελίχθηκε και να προβεί σε θυσίες προκειμένου να φθάσει σε συμφωνία με τη Ρουμανία.
  4. Στο μεταξύ στις 19/30 Μαΐου 1913 υπογράφεται η Συνθήκη Λονδίνου (1913) σύμφωνα με την οποία όλα τα εδάφη δυτικά της «γραμμής Αίνου – Μηδείας», εκτός Αλβανίας, παραχωρούνται στους νικητές, καθώς και κάποια εδάφη της Θράκης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
  5. Δυστροπώντας όμως οι Βούλγαροι να εκκενώσουν εδάφη που παραχωρούνταν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ο Σουλτάνος διέταξε τον Ισμέτ πασά με τουρκικές δυνάμεις να εισβάλλει στα συγκεκριμένα κατεχόμενα υπό τη Βουλγαρία εδάφη και να ανακαταλάβει αυτά. Ο Ισμέτ πασάς όμως, προήλασε και πέραν της γραμμής Αίνου – Μηδείας καταλαμβάνοντας και την Αδριανούπολη.
  6. Όταν όμως έγινε γνωστό ότι τούρκοι αιχμάλωτοι και μουσουλμανικοί πληθυσμοί σφαγιάζονταν σε αντίποινα από τους Βουλγάρους ο Σουλτάνος απείλησε έναρξη νέου πολέμου. (Σημειώνεται πως αντ΄ αυτού και μετά τη παρούσα συνθήκη ακολούθησαν η διμερής Βουλγαροτουρκική Συνθήκη Κωνσταντινούπολης (1913), και η Ελληνοτουρκική Συνθήκη Αθηνών (1913).

Οι εκπρόσωποι των χωρών που πήραν μέρος

Φωτογραφία των αντιπροσωπειών στη διάσκεψη ειρήνης.

Οι πληρεξούσιοι εκπρόσωποι επί των διαπραγματεύσεων και οι υπογράψαντες τη συμφωνία ειρήνης, (κατ΄ αλφαβητική σειρά χώρας), ήταν:

  1. Βουλγαρίας: Οι Ντίμιταρ Τόντσεφ (Dimitar Tontschew) – Υπουργός οικονομίας, Ιβάν Φίτσεφ (Ι. Fichev) – Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου από την έναρξη του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου, Συμεών Ράντεφ (Radev) – Διπλωμάτης και δημοσιογράφος, ο συνταγματάρχης Στάντσοφ (Stantschow), ο Τέοχαρ Παπάζοφ (Teochar Papazow), διοικητικός δικαστής, Πέταρ Νέτζκοφ (Petar Nejkow), διπλωμάτης, Ιορδάνης Ιβάνοφ, Ατανάς Ιστσίρκοφ (Α. Ischirkow) και ο Ιβάν Στρογκόφ (Strogow).
  2. Ελλάδος: Ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος, ο Δημήτριος Πανάς, ο Νικόλαος Πολίτης και οι συνταγματάρχες Κ. Πάλλης και Αθανάσιος Εξαδάκτυλος.
  3. Μαυροβουνίου: Ο στρατηγός Σιρδάρ Γιάνκο Βούκοτιτς – Πρωθυπουργός, και ο Jovan Matanovic – Διπλωμάτης
  4. Ρουμανίας: Ο Τίτος Μαγιορέσκου – Πρωθυπουργός και Υπουργός Εξωτερικών, ο Alexandru Marghiloman – Οικονομία, ο Πάρτε Ionescu – Ο υπουργός Εσωτερικών, ο Constantin Disescu – Υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων, ο στρατηγός Constantin Coandă και ο αντισυνταγματάρχη Christescu
  5. Σερβίας: Ο Νικόλα Πάσιτς – Πρωθυπουργός και Υπουργός Εξωτερικών, ο Μιχαΐλο Ristić, ο Miroslav Spalajkovic – Πρέσβης στη Σόφια και ο αντισυνταγματάρχης Μιλάνο Nedić

Οι Μεγάλες Δυνάμεις

Η θέση των Μεγάλων Δυνάμεων όπως αυτή εκδηλώθηκε κατά τη διάρκεια της συνδιάσκεψης των Βαλκανικών Βασιλείων στο Βουκουρέστι και ειδικότερα επί των ελληνικών αιτημάτων ήταν η ακόλουθη:

  1. Τόσο πρώτη η Γερμανία όσο και η Γαλλία υποστήριξαν θερμά τις ελληνικές θέσεις και μάλιστα σε βαθμό που η δεύτερη εκ του γεγονότος αυτού να περιέλθει σε διπλωματική ψυχρότητα με τη σύμμαχό της Ρωσία.
  2. Η Ρωσία αντίθετα υποστήριξε θερμά όλα τα αιτήματα της Βουλγαρίας, όπως τη παραχώρηση της Καβάλας κ.ά.
  3. Αλλά και η Αυστροουγγαρία υποστήριξε επίσης τη Βουλγαρία, συγκεκριμένα ο υπουργός εξωτερικών της, κόμης Μπέτερχολντ, εξέφρασε την αδικία σε βάρος της Βουλγαρίας που επειχειρούνταν με την διαρρύθμιση των συνόρων της με την Ελλάδα και Σερβία προβάλλοντας λόγους τόσο εθνολογικούς όσο και οικονομικούς.
  4. Τέλος η Αγγλία και η Ιταλία δεν εναντιώθηκαν αλλά ούτε και υποστήριξαν τα ελληνικά αιτήματα και ιδιαίτερα για τη παραχώρηση της Καβάλας στη Βουλγαρία. Αξίζει όμως ν΄ αναφερθεί η διπλωματική στάση της Αγγλίας όπως δηλώθηκε από τον πρέσβη της στον Ρουμάνο πρωθυπουργό και υπουργό των Εξωτερικών Μαγιορέσκου που είχε ως εξής: «Οποιαδήποτε κι αν είναι η απόφαση της Συνδιάσκεψης αυτής του Βουκουρεστίου, η αγγλική Κυβέρνηση επιφυλάσσει στον εαυτόν της το δικαίωμα της αναθεώρησής της, προς υπεράσπιση των βρεταννικών συμφερόντων».
    Επειδή στη θέση αυτή δεν συνέπραξαν το ίδιο και οι πρέσβεις της Γερμανίας, Γαλλίας και Ιταλίας, αναγκάσθηκε ο άγγλος πρέσβης να σπεύσει και ν΄αποσύρει έγκαιρα τη παράπάνω δήλωσή του ανακοινώνοντας σχετικά στον Μαγιορέσκου.

Η Συνθήκη

Γενικά η Συνθήκη Βουκουρεστίου (1913) με την άμεση σχετικά συνομολόγηση και υπογραφή της υπήρξε πολύ σημαντική ιδιαίτερα στους Συμμάχους (Ελλάδα, Σερβία και Ρουμανία), δια της οποίας εκτός του ότι ορίσθηκαν τα σύνορα της ηττημένης Βουλγαρίας με τις όμορες σύμμαχες και νικήτριες Χώρες, ταυτόχρονα απετράπη και η όποια ανάμιξη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε βαλκανικά πλέον ζητήματα, εκτός από της εκ μέρους της τελευταίας ανακατάληψης της Αδριανούπολης, καθώς και τμημάτων της Ανατολικής Θράκης μέχρι τον ποταμό Έβρο. Πρόσθετα όμως για την Ελλάδα, με τη συνθήκη αυτή άρχισε και να οριστικοποιείται και η ποθητή λύση ενός μεγάλου επίσης ζητήματος του Κρητικού που ακόμα χρονοτριβούσε(¹).

Αν και η συνθήκη αυτή δεν συμπεριέλαβε διατάξεις σχετικά με τον καθορισμό συνόρων μεταξύ των νικητριών Χωρών εν τούτοις οι κύριες συνέπειες εξ αυτής της ήταν:

Κέρδος της Σερβίας σε έδαφος

Το ανατολικό σύνορο της Σερβίας συντάχθηκε από τη σύνοδο κορυφής της Παταρίκα, στα παλιά σύνορα, και ακολούθησε την καμπή μεταξύ των Βαρδάρη και Στρυμόνα ποτάμια στην ελληνική-βουλγαρική όριο, εκτός από ότι η άνω κοιλάδα του Στρούμιτσα παρέμεινε στην κατοχή της Βουλγαρίας. Το έδαφος που κερδήθηκε συγχωνεύθηκε με τον κεντρικό Βαρδάρη, συμπεριλαμβανομένης της Οχρίδας, Στιπ, Κότσανη και Μπίτολα στη σημερινή ΠΓΔΜ. Με τη διάταξη αυτή, η Σερβία αύξησε την επικράτειά της από 48.300 σε 87,780 km2 και ο πληθυσμός αυξήθηκε περισσότερο από 1,5 εκατ. κατοίκους.

Κέρδος της Ελλάδας σε έδαφος

Η συνοριακή γραμμή που χωρίζει την Ελλάδα από τη Βουλγαρία συντάχθηκε από την κορυφή του Μπέλες στο στόμα του Νέστου, σχετικά με το Αιγαίο. Αυτή η σημαντική εδαφική παραχώρηση, στην οποία η Βουλγαρία προσβλήθηκε σημαντικά, σε συμμόρφωση με τις οδηγίες που έλαβε στις σημειώσεις τις οποίες η Ρωσική Αυτοκρατορία και Αυστροουγγαρία παρουσιάστηκαν στο συνέδριο, αύξησε την περιοχή της Ελλάδας από 64.790 σε 108.610 km2 και ο πληθυσμός της έγινε από 2.660.000 σε 4.363.000. Στο έδαφος που προσάρτησε η Ελλάδα, συμπεριλαμβάνονται μεγάλα τμήματα της Ηπείρου και της Μακεδονίας, συμπεριλαμβανομένης και της Θεσσαλονίκη. Τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα μεταφέρθηκαν προς τα ανατολικά μέχρι πέρα ​​από την Καβάλα, περιορίζοντας έτσι τα παράλια της Βουλγαρίας στο Αιγαίο σε αμελητέο ύψος 110 km, με μόνο το Δεδέαγατς (σύγχρονη Αλεξανδρούπολη) ως επίνειο. Επιπλέον, η Κρήτη ενσωματώθηκε οριστικά στην Ελλάδα και επίσημα στις 14 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους. Μέσα σε αυτή την περιοχή ήταν επίσης η Φλώρινα.

Κέρδος της Βουλγαρίας σε έδαφος

Το μερίδιο της Βουλγαρίας από τα λάφυρα, αν και μειώθηκε σημαντικά, δεν ήταν εντελώς αμελητέο. Υπήρξαν καθαρά κέρδη της σε ένα τμήμα της Μακεδονίας, Μακεδονία του Πιρίν (ή Βουλγαρική Μακεδονία), συμπεριλαμβανομένης της πόλης της Στρώμνιτσα, Δυτική Θράκη, και 110 χλμ. παράλια του Αιγαίου, ήταν περίπου 25.030 km2, και ο πληθυσμός της αυξήθηκε κατά 129.490. Επιπλέον, η Βουλγαρία συμφώνησε να καταργήσει όλα τα υπάρχοντα φρούρια και δεσμεύθηκε από μόνο της να μην ξανακατασκευαστούν στο μέλλον φρούρια μεταξύ των ελληνο-βουλγαρικών συνόρων ή οπουδήποτε σε από το έδαφος μεταξύ των δύο πόλεων, ή μέσα σε μια ακτίνα 20 χιλιομέτρων γύρω από το Μπάλτσικ.

Κέρδος της Ρουμανίας σε έδαφος

Η Βουλγαρία παραχώρησε στη Ρουμανία την Νότια Δοβρουτσά, που βρίσκεται βόρεια της γραμμής που εκτείνεται από το Δούναβη, ακριβώς πάνω απ’ το Tutrakan στη δυτική ακτή της Μαύρης Θάλασσας, νότια της Νότιας Δοβρουτσάς έχει επιφάνεια περίπου 6.960 km2, με πληθυσμό 286.000, και περιλαμβάνει το φρούριο της Σιλίστρα και οι πόλεις της Τουτρακάν στον Δούναβη στη Μαύρη Θάλασσα.

Σύμφωνα με τους Anderson and Hershey, η σοβαρή επιδείνωση των όρων που επιβάλλονται για τη Βουλγαρία αντιπαρέβαλε τις φιλοδοξίες της κυβέρνησής του κατά την έναρξη του Βαλκανικού Πολέμου: το έδαφος τελικά που κέρδισε ήταν σχετικά περιορισμένο; Η Βουλγαρία απέτυχε να κερδίσει την Μακεδονία, η οποία ήταν το μήλον της έριδος του κατά τον πόλεμο και ιδιαίτερα οι περιοχές της Οχρίδας και της Μπίτολα, το οποίο ήταν και το κύριο αίτημα. Με μόνο μια μικρή διέξοδο στο Αιγαίο γύρω από τη μικρή λιμάνι της Αλεξανδρούπολης, η Βουλγαρία έπρεπε να εγκαταλείψει το σχέδιο της ηγεμονίας των Βαλκανίων.

Σύμφωνα με τους Anderson and Hershey, η νικήτρια και θριαμβεύτρια μετά την εξαγορά της Θεσσαλονίκης και την περισσότερη από την Μακεδονία μέχρι και το λιμάνι της Καβάλας, η Ελλάδα είχε ακόμη εκκρεμή ζητήματαΗ Ιταλία ήταν σε αντίθεση με τις ελληνικές διεκδικήσεις στην Βόρεια Ήπειρο και καθώς επίσης έλεγχε τα ελληνο-κατοικούμενα Δωδεκάνησα. Επιπλέον, το status quo των νησιών του Βορειοανατολικού Αιγαίου, το οποίο η Ελλάδα το είχε λάβει από τους Οθωμανούς, παρέμεινε απροσδιόριστο μέχρι τον Φεβρουάριο του 1914, όταν οι Μεγάλες Δυνάμεις αναγνώρισαν την ελληνική κυριαρχία πάνω τους. Οι εντάσεις με τους Οθωμανούς παρέμειναν σε υψηλά επίπεδα, ωστόσο, για την αντιμετώπιση των διωγμών των Ελλήνων της Ανατολής, που οδήγησε σε μια κρίση και έναν ναυτικό αγώνα το καλοκαίρι του 1914, που σταμάτησε μόνο με το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στο τέλος του πολέμου, η Ελλάδα είχε ακόμη αξιώσεις στα εδάφη εκτός των συνόρων της, που κατά εκείνη τη χρονική στιγμή ήταν περίπου 3 εκατομμύρια Έλληνες.

  • Υπόψη ότι η Κρήτη σύμφωνα με τη Συνθήκη Λονδίνου (1913) είχε παραχωρηθεί από την Οθωμανική Αυτοκρατορία σε όλους τους νικητές του Α’ Βαλκανικού Πολέμου. Με τη συνθήκη Βουκουρεστίου η Βουλγαρία παραιτήθηκε και από κάθε αξίωση επί της Κρήτης.
  • Η Σερβία είχε ήδη αναγνωρίσει τα σύνορα μεταξύ Σερβίας – Ελλάδας από ειδική σερβο-ελληνική επιτροπή με βάση ίδίου Πρακτικού που υπογράφηκε στο Βελιγράδι στις 3 Αυγούστου του 1913, από τους Πρωθυπουργούς Ε. Βενιζέλο και Πάσιτς. Επίσης τα αποκλειστικά δικαιώματα της Ελλάδας επί της Κρήτης, σύμφωνα με το παραπάνω Πρακτικό της ειδικής επιτροπής έλαβε ξεκάθαρη θέση με τη διατύπωση: «…άμα τη αποδοχή της καθορισθείσης οροθετικής γραμμής η Σερβία παραιτείται εκ πάσης επί της νήσου Κρήτης αξιώσεως«. Η δε οριοθετηκή γραμμή είχε συμφωνηθεί μεταξύ των δύο πρωθυπουργών με χειρόγραφη επιστολή, (που βρίσκεται σήμερα στα αρχεία του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών), δια της οποίας ορίζονταν τα μεταξύ Ελλάδας και Σερβίας σύνορα από τις θέσεις που κατείχαν αντίστοιχα τα ελληνικά και σερβικά στρατεύματα στη Μακεδονία.
  • Η συνολική έκταση της Ελλάδας κατά την υπογραφή της Συνθήκης Βουκουρεστίου (1913) από 63.211 τ.χλμ. έφθασε μαζί με τις νήσους του Αιγαίου τα 120.308 τ.χλμ., οι δε κάτοικοι του Βασιλείου της Ελλάδος από 2.631.952 αυξήθηκαν σε 4.718.221.

Από το κείμενο της Συνθήκης αυτής, άξια παρατήρησης, είναι τ΄ ακόλουθα σημεία:

  1. Η Συνθήκη Βουκουρεστίου (1913) δεν περιελάμβανε άρθρα που να κανονίζουν το ζήτημα των νησιών του Αιγαίου, (Λήμνου, Χίου, Σάμου κ.λπ.), που κατέχονταν ήδη «De facto» μόνο από την Ελλάδα, χωρίς όμως και να μεριμνήσει περί αυτού άλλη συνθήκη μετά τους βαλκανικούς πολέμους. Συνέπεια αυτού ήταν οι Τούρκοι εθνικιστές να μην αποδέχονται την ένωση των νήσων αυτών με την Ελλάδα.
  2. Η Ρουμανία κατάφερε με διακανονισμό να λύσει το Κουτσοβλαχικό ζήτημα της Μακεδονίας σύμφωνα με τις απόψεις της, κατά τις οποίες οι τρεις άλλες σύμμαχες Χώρες δέχθηκαν να παραχωρήσουν τόσο εκκλησιαστική όσο και σχολική αυτονομία στους εντός των συνόρων τους Κουυτσοβλάχους και να επιτρέψουν σύσταση ιδιαίτερης ρουμανικής Αρχιεπισκοπής με δικαίωμα επιχορήγησης αυτών από την ρουμανική κυβέρνηση υπό την επίβλεψη της κάθε επιμέρους κυβέρνησης Χώρας.
  3. Γεγονός πάντως ήταν πως με τη Συνθήκη αυτή επισφραγίστηκε η δημιουργία της Μεγάλης Ελλάδας ή Ελλάδας του Νέστου όπως ονομάστηκε τότε, από Ελλάδα του Σπερχειού (παλαιότερα), αγκαλιάζοντας ένα μεγάλο ποσοστό αλυτρώτου Ελληνισμού.
  4. Η σταθερότητα της Ελλάδας τόσο στη συνθήκη του Βουκουρεστίου όσο και προς τη σύμμαχο Σερβία διαφάνηκε ιδιαίτερα όταν ένα χρόνο μετά, σε σερβική δημοσιογραφική ερώτηση προς τον Ε. Βενιζέλο, (Οκτώβριος 1914), κατά πόσο η Σερβία μπορεί να υπολογίζει στην Ελλάδα σε περίπτωση επίθεσης εκ μέρους της Αυστροουγγαρίας ή της Βουλγαρίας, εκείνος απάντησε: «Εν πάση περιπτώσει η Ελλάς δεν θα ευρεθή εις το εχθρικόν προς την Σερβίαν στρατόπεδον, εάν ο πόλεμος γενικευθεί». Σε άλλη επίσης ερώτηση περί πιθανής πρόκλησης εκ μέρους της Γερμανίας να επιτεθεί στη Σερβία προσκαλώντας και την Ελλάδα με υπόσχεση μεγάλων εδαφικών παραχωρήσεων, ο Βενιζέλος απάντησε χαρακτηριστικά: «Η Ελλάς είναι πάρα πολύ μικρά δια να διαπράξη τόσον μεγάλην αναισχυντίαν».

Οι συνέπειες των δυο Βαλκανικών Πολέμων

Ο Α’ Βαλκανικός πόλεμος είναι για την Ελλάδα αντιστρόφως ανάλογος, με τις απώλειες. Δηλαδή με μικρές απώλειες η Ελλάδα διπλασιάσθηκε. Αντίστοιχα και η Σερβία εκπλήρωσε όλους τους αντικειμενικούς στόχους της, ενώ η Βουλγαρία είχε πολύ μεγάλες απώλειες ειδικά στο μέτωπο της Αδριανούπολης μετά τον Β΄ Βαλκανικό πόλεμο τον οποίο η ίδια προκάλεσε, δεν είχε μεγάλα εδαφικά κέρδη.

Το ελληνικό κράτος διπλασιάσθηκε και σε έκταση και σε πληθυσμό με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν οι καλύτερες προϋποθέσεις για κοινωνική, πολιτική και οικονομική ανάπτυξη. Ταυτόχρονα άλλαξε ριζικά και η δομή του πληθυσμού, τόσο για το νέο Ελληνικό κράτος όσο και στο κομμάτι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας που αποσπάστηκε από αυτήν. Δηλαδή, στην θέση ενός ενιαίου οικονομικού χώρου ξαφνικά μπήκαν σύνορα, τα οποία επηρέασαν π.χ. τους νομάδες κτηνοτρόφους οι οποίοι ήταν συνηθισμένοι να μετακινούνται στον ενιαίο χώρο των Βαλκανίων. Ανάλογα επηρεάσθηκαν οι Έλληνες έμποροι, που ήταν η αστική τάξη της εποχής. Μια λύση ήταν η στροφή στη διοίκηση. Δηλαδή οι Έλληνες αστοί από έμποροι άρχισαν να μετατρέπονται σε δημοσίους υπαλλήλους και να τοποθετούνται στον διοικητικό μηχανισμό του νέου Ελληνικού κράτους στην θέση των αποχωρούντων Μουσουλμάνων.

Ταυτόχρονα μεγάλος αριθμός πληθυσμού μετακινήθηκε από όλες και προς όλες τις πλευρές. Υπολογίζονται σε περισσότεροι από 400.000 οι Τούρκοι που έφυγαν από την Οθωμανική, Ευρωπαϊκή αυτοκρατορία και πήγαν προς την Τουρκία. Γενικά κυρίως μετά τον Β’ Βαλκανικό πόλεμο οι κάτοικοι των εδαφών της τέως Ευρωπαϊκής Τουρκίας αισθάνονται απειλούμενοι από τον αλυτρωτισμό των υπολοίπων εθνοτήτων και σε πολλές περιπτώσεις (κυρίως οι φτωχότεροι) ακολουθούν τα στρατεύματα του έθνους τους. Υπάρχουν φιλμ της εποχής που δείχνουν καραβάνια Σέρβων, Βουλγάρων, Τούρκων ή Ελλήνων προσφύγων να ακολουθούν τα αντίστοιχα στρατεύματα μέχρι να ορισθούν τα τελικά σύνορα.

Η Ελλάδα δέχθηκε και άλλα κύματα προσφύγων λόγω των διωγμών που υπέστησαν οι Έλληνες στη Ανατολική Θράκη και τη Μικρά Ασία. Το Οθωμανικό κράτος ψάχνοντας υπεύθυνους για την ήττα ξέσπασε σε διωγμούς εναντίον των Ελλήνων. Υπολογίζονται σε περισσότερους από 100.000 οι πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη και αντίστοιχος αριθμός από τη Μικρά Ασία οι πρόσφυγες που εξαναγκάστηκαν να φύγουν μετά τις βιαιότητες.

Από κοινωνική άποψη με την ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης αλλά και της Μακεδονίας γενικότερα το Ελληνικό κράτος, από μονοεθνικό και αγροτικό, γίνεται ξαφνικά πολυεθνικό αλλά και λόγω της ενσωμάτωσης των νέων εδαφών αλλάζει κοινωνική δομή αποκτώντας περισσότερους αστούς και εργάτες. Ενσωματώνονται (μέχρι την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923) μεγάλες μάζες μουσουλμάνων, Εβραίων και σε πολύ μικρότερο βαθμό Σλάβων.

Η Μακεδονία πλησίαζε πιο πολύ στη Ευρώπη από τις υπόλοιπες περιοχές του Ελληνικού κράτους. Υπήρχαν αστικά κέντρα αμιγώς ελληνικά κέντρα αλλά και βλάχικα, όπως η Κλεισούρα όπου σε αντίθεση με την επαρχία του Ελληνικού κράτους ήταν εξοικειωμένοι με τον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής, και βέβαια αυτό αντανακλάται και στα ρούχα που φορούσαν. Στις αρχές του 20ου αιώνα οι νέες Ελληνίδες ακόμη και στα χωριά της Μακεδονίας δεν φορούν πλέον τα παραδοσιακά ρούχα και μάλιστα οι εύπορες αστές ντύνονται με την τελευταία λέξη της γαλλικής μόδας.

Δηλαδή το Ελληνικό κράτος αστικοποιείται και ταυτόχρονα «κληρονομεί» μεγάλες ομάδες εργατών λόγω των πόλεων της Μακεδονίας. Η Θεσσαλονίκη ήταν εκείνη την εποχή η πιο ευρωπαϊκή πόλη του Ελληνικού κράτους με μεγάλο εργατικό δυναμικό σημαντικό και αριθμητικά αλλά και από άποψη οργάνωσης (federatión). Η Federatión, η οποία είχε σαν βάση της, το εβραϊκό εργατικό στοιχείο, αλλά και ομοϊδεάτες Έλληνες, Τούρκους ή Σλάβους σε μικρότερα ποσοστά, είναι πλέον η πιο σημαντική εργατική οργάνωση που υπάρχει στο ελληνικό κράτος και θα δώσει τον μεγαλύτερο όγκο στο σοσιαλιστικό εργατικό κόμμα που υπήρξε πρόγονος του ΚΚΕ.

Το Μακεδονικό απασχόλησε και την Β’ Διεθνή, η οποία υποστήριξε τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου Μακεδονικού κράτους, κάτι το οποίο δεν έγινε μετά τους πολέμους και την ανταλλαγή πληθυσμού του 1923. Με την ανταλλαγή πληθυσμών το ελληνικό στοιχείο ενδυναμώθηκε σημαντικά στην Μακεδονία με την άφιξη Μικρασιατών προσφύγων και την απομάκρυνση των μουσουλμάνων. Η πολιτική ενσωμάτωσης συνεχίστηκε από το Ελληνικό κράτος, με σκοπό τον πλήρη γλωσσικό εξελληνισμό του σλαβόφωνου στοιχείου, με καταστολή χρήσης των σλαβικών γλωσσών και διαλέκτων στην Ελληνική επικράτεια (στην Πελοπόννησο και τη Στερεά διώχτηκε η χρήση της αρβανίτικης), κάτι που σε γενικές γραμμές επιτεύχθηκε, αλλά όχι απόλυτα. Παρόλα αυτά το πρόβλημα συνέχισε να απασχολεί τη Β’ Διεθνή και αργότερα και την Γ’ Διεθνή, με σκοπό την δημιουργία ανεξάρτητου κράτους, θέση η οποία το 1924 υιοθετήθηκε επίσημα και από το ΚΚΕ.

Κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής στην Ελλάδα, ορισμένοι σλαβόφωνοι πληθυσμοί στην Ελληνική Μακεδονία προσχώρησαν ομαδικά στα αντάρτικα ένοπλα τμήματα του ΕΑΜ. Το ΕΑΜ μετά από πιέσεις των Γιουγκοσλάβωνπαρτιζάνων, δημιούργησε την οργάνωση ΝΟΦ (Εθνικό απελευθερωτικό Μέτωπο-Ναρόντνο Οσλομπουντίλνο Φρόντ), η οποία ήταν παρακλάδι του, με σκοπό μελλοντικά να γίνει αντικείμενο εθνικιστικών στόχων της Γιουγκοσλαβίας. Κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πόλεμου στην Ελλάδα πολλές χιλιάδες Μακεδόνων (γηγενών και προσφύγων) αποχώρησαν προς την Γιουγκοσλαβία, πολλοί από τους οποίους (οι πρώην κομιτατζήδες της Οχράνα) βαρύνονταν με καταδίκες για συνεργασία με τους κατακτητές. Κατά την γενική αμνήστευση που εξέδωσε το ελληνικό κράτος στις αρχές του ΄80 προς τους πρώην πολίτες του Ελληνικού κράτους που εκδιώχθηκαν από τις εστίες τους μετά τον εμφύλιο πόλεμο, αρκετοί δεν μπόρεσαν ούτε τότε να επιστρέψουν στην πατρογονική τους εστία καθώς μια οδηγία της απόφασης της ελληνικής κυβέρνησης επισήμανε πως δικαίωμα επαναπατρισμού έχουν μόνο οι Έλληνες πρώην πολίτες του Ελληνικού κράτους και όχι οι μη Έλληνες στο γένος, πρώην πολίτες του Ελληνικού κράτους.

Αντίθετα τα πράγματα στην Τιτοϊκή Γιουγκοσλαβία για τους Σλαβομακεδόνες, είναι εντελώς διαφορετικά. Μετά την τρομοκρατία και την πλήρη έλλειψη δικαιωμάτων για τους Σλαβομακεδόνες του Σερβικού Βασιλείου, ο Γιόσιπ Μπροζ Τίτο, Πρόεδρος της πρώην Γιουγκοσλαβίας της οποίας τμήμα αποτελούσε η «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας», αναγνώρισε πλήρως το «Μακεδονικό έθνος», και ως εκ τούτου στην Ομόσπονδιακή Λαϊκή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας, συμπεριέλαβε ως ισότιμο ομόσπονδο κράτος μέλος, την «Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας», με πρωτεύουσα τα Σκόπια.

Πιο συγκεκριμένα, 7 μήνες προτού η Γιουγκοσλαβία ανακηρυχθεί «Ομοσπονδιακή Λαϊκή Δημοκρατία» (31.1.1946), άρχισε να καλλιεργεί τη θεωρία ότι υπάρχει ξεχωριστή «μακεδονική εθνότητα» που ένα τμήμα της στενάζει τάχα υπό τον Ελληνικό ζυγό. Η θεωρία διατυπώθηκε πρώτη φορά, ολοκληρωμένη στις 21.6.1945 με ένα άρθρο της «Μπόρμπα» (επισήμου οργάνου του Κ.Κ. Γιουγκοσλαβίας) με τίτλο «Η Μακεδονία του Αιγαίου». Η πρώτη Ελληνική αντίδραση πραγματοποιήθηκε μέσω δημοσίευσης στην εφημερίδα «Ελευθερία» στις 4.7.1945 με τίτλο «Μακεδονία του Αιγαίου» από τον Θεοφύλακτο Φ. Παπακωνσταντίνου, δημοσιογράφο και μετέπειτα αρχισυντάκτη της εφημερίδας. Έκτοτε έγραψε συνολικά άλλα 35 άρθρα κατά τις προσεχείς 10ετίες σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά χωρίς όμως να βρει ανταπόκριση από τις Ελληνικές Κυβερνήσεις…

Μετά την διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας όλα τα πρώην ομόσπονδα κράτη που την αποτελούσαν άρχισαν ένα ένα να κηρύσσουν την ανεξαρτησία τους. Έτσι στις 6 Σεπτεμβρίου του 1991, κήρυξε την ανεξαρτησία της και το κράτος της ΠΓΔΜ ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας» (ΠΓΔΜ). Αυτό δημιούργησε ένταση μεταξύ των κρατών της Ελλάδας και της ΠΓΔΜ, γνωστό ως ζήτημα της ονομασίας της ΠΓΔΜ. Και από αυτό το σημείο αρχίζει η επόμενη φάση ενός «πολέμου» για το τι μας ανήκει και για το τι έχουν δικαίωμα να διεκδικούν οι άλλοι.

πηγές:

Wikipedia,

http://www.makryrrachi.gr/1854%20eos%201897.html

www.gistor.gr

https://historyofmacedonia.wordpress.com/2012/08/23/prosorini-kibernisi-makedonias-1880-81/

http://history-of-macedonia.com/2012/09/29/istories-skopianoi-manifesto/

https://anemourion.blogspot.com/2017/09/1821-1880.html

https://pontosandaristera.wordpress.com/2008/06/02/2-6-2008/

https://kars1918.wordpress.com/2014/10/14/crete-1866/

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.